http://www.enikonomia.gr/economy/241991,ine-gsee-mia-enallaktiki-stin-ekthesi-pissaridi-ti-proteinei.html http://media.enikonomia.gr/data/photos/resized/125_241991_eb1bbdcc6e-a4f1981c03ef5a83.jpg Μια εναλλακτική πρόταση ... 12/14/2020 10:50:47 PM

ΙΝΕ-ΓΣΕΕ: Μια εναλλακτική στην "έκθεση Πισσαρίδη" - Τι προτείνει

ΙΝΕ-ΓΣΕΕ: Μια εναλλακτική στην &quot?έκθεση Πισσαρίδη&quot? - Τι προτείνει

Μία από τις αναγκαίες συνθήκες για τη μετάβαση της οικονομίας σε ένα βιώσιμο και δίκαιο υπόδειγμα ανάπτυξης είναι η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών επισημαίνει στην έκθεση του με τίτλο «Η μετάβαση της ελληνικής οικονομίας σε ένα νέο υπόδειγμα ανάπτυξης. Μια εναλλακτική πρόταση στην Έκθεση Πισσαρίδη» το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ).
Όπως αναφέρεται στην έκθεση, η διαφορετική θεώρησή μας ως προς τις κύριες αιτίες των δυσλειτουργιών της ελληνικής οικονομίας μας οδηγούν και σε διαφορετικές προτάσεις ως προς τις αναγκαίες παρεμβάσεις οικονομικής πολιτικής. Η διαπίστωση της Έκθεσης Πισσαρίδη ότι ο βασικός στόχος της οικονομικής πολιτικής θα πρέπει να είναι η αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ και της παραγωγικότητας είναι κοινότοπη και δεν συνοδεύεται από αξιόπιστη και ρεαλιστική πρόταση για την επίτευξή τους. Επίσης, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ο στόχος της αύξησης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ από μόνος του δεν αποτελεί ένδειξη ως προς το πόσο δίκαιη θα είναι η διανομή του παραγόμενου πλούτου. Η αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ μπορεί να συνοδεύεται από αύξηση των οικονομικών ανισοτήτων.
Ο συνδυασμός μεγέθυνσης και οικονομικής ανισότητας είναι το πιο πιθανό αποτέλεσμα εφόσον οι παρεμβάσεις οικονομικής πολιτικής, όπως αυτές που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Πισσαρίδη, προτάσσουν την ενίσχυση της επιχειρηματικής κερδοφορίας και όχι την προστασία της απασχόλησης, των μισθών και της ευημερίας της κοινωνίας. Βάσει της ανάλυσής μας, η αναγκαία συνθήκη για μια διατηρήσιμη δυναμική αύξησης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ και της παραγωγικότητας είναι ένα ελλειμματικό ισοζύγιο του επιχειρηματικού τομέα, αποτέλεσμα της υψηλής ροπής του για παραγωγικές επενδύσεις, και ένα πλεονασματικό ισοζύγιο των νοικοκυριών, αποτέλεσμα μιας διατηρήσιμης αύξησης του διαθέσιμου εισοδήματος, που, στο πλαίσιο ενός βιώσιμου και δίκαιου υποδείγματος ανάπτυξης, θα διασφαλίζει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Το κρίσιμο όμως θέμα είναι εάν μπορούν ο εγχώριος επιχειρηματικός και τραπεζικός τομέας να δημιουργήσουν τις συνθήκες ενός τέτοιου αναπτυξιακού και μακροοικονομικού μετασχηματισμού.
Οι παρεμβάσεις που προτείνονται στην Έκθεση Πισσαρίδη και έχουν συμπεριληφθεί στις στρατηγικές κατευθύνσεις του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας είναι η μείωση του φορολογικού και του ασφαλιστικού βάρους των επιχειρήσεων και η ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση των αποσβέσεων. Οι παρεμβάσεις αυτές, χωρίς αμφιβολία, θα στηρίξουν την κερδοφορία του επιχειρηματικού τομέα και, όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 4, το πλεόνασμα ρευστότητάς του. Όμως, ο αναπτυξιακός πραγματισμός επιβάλλει να εξετάσουμε τη διαχρονική συμπεριφορά του εγχώριου επιχειρηματικού τομέα και όχι να προσεγγίσουμε την ελληνική περίπτωση με ιδεατά, και ιδεολογικά προκατειλημμένα, αναλυτικά σχήματα.
Η διαχρονική συμπεριφορά και οι επενδυτικές επιλογές του εγχώριου επιχειρηματικού τομέα καθιστούν αμφίβολο 15 το εάν τα υψηλότερα κέρδη θα επενδυθούν, αφού ο τομέας ήδη διακρίνεται από πλεόνασμα ρευστότητας που δεν επενδύεται. Επίσης, υπάρχουν εμπειρικά δεδομένα που μας δείχνουν ότι οι επιχειρηματικές επενδύσεις ήταν υψηλότερες την περίοδο 2000- 2004, όταν ο φορολογικός συντελεστής των επιχειρήσεων ήταν πολύ υψηλότερος του σημερινού. Στο πλαίσιο αυτό με ανησυχία διαπιστώνουμε ότι στις στρατηγικές κατευθύνσεις του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αναφέρεται ότι τα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης θα χρησιμοποιηθούν για την προώθηση επενδύσεων βάσει αόριστων αναφορών σε μακροπρόθεσμες, βιώσιμες ιδιωτικές επενδύσεις με προστιθέμενη παραγωγική αξία για την οικονομία, την απασχόληση, τις εξαγωγές, τον ψηφιακό και τον πράσινο μετασχηματισμό. Η πρόταση αυτή δεν έχει καμία φερεγγυότητα, καθώς δεν συνοδεύεται από μια αξιόπιστη αξιολόγηση του κλαδικού μετασχηματισμού που θα συντελεστεί. Η ενίσχυση της αναπτυξιακής ανθεκτικότητας της οικονομίας δεν μπορεί να γίνει μέσω σχεδιασμών που υποθέτουν την αποτελεσματικότητα της αγοράς και την παραγωγική επιχειρηματικότητα και που, ιδεοληπτικά, στοχεύουν σε πολύ συγκεκριμένα θεσμικά εμπόδια (δημόσια διοίκηση, σύστημα δικαιοσύνης, αγορά εργασίας) και στα ρυθμιστικά βάρη που περιορίζουν τη λειτουργία τους.
Μίκρο-κίνητρα αύξησης της κερδοφορίας, σε ένα αναπτυξιακό περιβάλλον όπου δεν υπάρχει εξειδικευμένη κλαδική και βιομηχανική στρατηγική και πολιτική, ακόμη και αν είχαν μια θετική επίδραση στις παραγωγικές επενδύσεις, είναι αβέβαιο αν θα επέφεραν τον αναγκαίο τεχνολογικό και παραγωγικό μετασχηματισμό για τη διατηρησιμότητα του νέου αναπτυξιακού υποδείγματος. Κατά την άποψή μας, μία από τις αναγκαίες συνθήκες για τη μετάβαση της οικονομίας σε ένα βιώσιμο και δίκαιο υπόδειγμα ανάπτυξης είναι η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών. Αυτό προϋποθέτει ουσιαστική πολιτική δέσμευση στην αύξηση της παραγωγικής, πλήρους και ποιοτικής απασχόλησης και των εισοδημάτων.
Επισημαίνεται πως είναι αναγκαίες οι φορολογικές παρεμβάσεις για την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος. Παράλληλα με την αύξηση των δημόσιων επενδύσεων, η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος θα έχει θετική συμβολή στη μάκρο-χρηματοπιστωτική σταθεροποίηση της οικονομίας και στην κοινωνική συνοχή περιορίζοντας φαινόμενα κοινωνικού αποκλεισμού.
Είναι ενδεικτικό ότι η Ελλάδα αποτελεί τη μόνη από τις περιφερειακές οικονομίες της Ευρωζώνης όπου το ακαθάριστο προσαρμοσμένο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών κατέγραψε μεσοσταθμική μείωση ακόμη και την περίοδο 2014-2018 , όταν 16 η οικονομία είχε εξέλθει από τη μεγάλη ύφεση.
Η μείωση αυτή τροφοδοτήθηκε, μεταξύ άλλων, από την αύξηση της φορολογικής τους επιβάρυνσης, την αύξηση των κοινωνικών εισφορών και τον περιορισμό των κοινωνικών παροχών.
Ως συνέπεια, το 2018 το κατά κεφαλήν ακαθάριστο προσαρμοσμένο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών σε όρους αγοραστικής δύναμης PPS ανερχόταν στη χώρα μας στο 76,6% της Ισπανίας, στο 68,6% της Ιταλίας, στο 77,7% της Κύπρου και στο 83,1% της Πορτογαλίας. Η πίεση που δημιουργεί η εξέλιξη αυτή στις ροές δαπάνης και στην καταθετική βάση των νοικοκυριών δεν έχει μόνο σοβαρό μάκρο-χρηματοπιστωτικό αντίκτυπο, αλλά και κοινωνικό, επηρεάζοντας τις συνθήκες διαβίωσης των πολιτών.
Διαβάστε ολόκληρη την έκθεση ΕΔΩ

Σχόλια Αναγνωστών

σχολίασε και εσύ