Φόροι και λαθρεμπόριο πλήττουν τον κλάδο αλκοολούχων ποτών

Η οικονομική κρίση καθώς και η ακραία φορολόγηση που επιβλήθηκε στην κατηγορία αλκοολούχων ποτών μέσω του ειδικού φόρου κατανάλωσης, επηρέασαν καθοριστικά τις οικονομικές επιδόσεις της DIAGEO στην Ελλάδα, στη διάρκεια των τελευταίων ετών, όπως αναφέρθηκε από εκπροσώπους της εταιρείας.


Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η κ. Ευγενία Ζωντανού, επικεφαλής της ομάδας στρατηγικού και εμπορικού σχεδιασμού της DIAGEO για Ελλάδα και Ιταλία, «τα τελευταία έτη αντιμετωπίσαμε δυσκολίες και προκλήσεις που δεν είχαμε φανταστεί. Ωστόσο νοιώθουμε υπερήφανοι, γιατί καταφέραμε να διατηρήσουμε την εταιρεία δυνατή και υγιή με ένα προβάδισμα σε σχέση με τον ανταγωνισμό» και συνέχισε: «Σχεδιάζουμε για το καλύτερο, περιμένοντας το χειρότερο. Βελτιώνουμε διαρκώς τη διαχείριση των πόρων και των επενδύσεών μας με στόχο σημαντικό μέρος όσων εξοικονομούμε να επενδύονται στην οργανική ανάπτυξη των προϊόντων μας και στην καινοτομία».

Παρά τις προκλήσεις στο ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον, η εταιρεία παραμένει κερδοφόρα, διατηρώντας αμείωτο το προβάδισμά της στην ελληνική αγορά, όπως αναφέρθηκε. Ιδιαίτερη συνεισφορά σε αυτή την εξέλιξη έχει η δύναμη του χαρτοφυλακίου (portfolio) της DIAGEO, καθώς και η έμφαση στη βέλτιστη διαχείριση του κόστους λειτουργίας και των επενδύσεων.

Κατά τη διάρκεια των ετών 2009 -2014, ο κλάδος αλκοολούχων ποτών υπέστη μείωση πωλήσεων που προσεγγίζει το 50%, ενώ από το 2014 παρατηρείται σταθερότητα, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στο πλαίσιο της ενημερωτικής συνάντησης.

Το σύνολο της αγοράς ποτών με αλκοόλη -κρασί, μπύρα, αλκοολούχα- προσεγγίζει τα 75 εκατ. 9λιτρα κιβώτια σε όγκο, ενώ σε αξία υπολογίζεται πως ξεπερνά τα 3 δισ. ευρώ. Οι πωλήσεις αλκοολούχων ποτών (ποτά με 15%+ περιεκτικότητα σε αλκοόλη) υπολογίζονται σε 2,7 εκατ. 9λιτρα κιβώτια, ενώ η αξία τους σε τιμές λιανικής εκτιμάται πως προσεγγίζει τα 800 εκατ. ευρώ (κυρίως λόγω του υψηλού ΕΦΚ).

Μεταξύ των αλκοολούχων, το ουίσκι κυριαρχεί στην προτίμηση των Ελλήνων καταναλωτών, καταλαμβάνοντας το 40% της κατανάλωσης. Ωστόσο, τα λευκά ποτά παρουσιάζουν σταθερά ανοδική τάση τα τελευταία χρόνια.

Τα αλκοολούχα ποτά συγκεκριμένα, συνεισφέρουν προστιθέμενη αξία στην ελληνική οικονομία που ξεπερνά το 1 δισ. ευρώ (ΙΟΒΕ, Μαϊος 2015). Κατά την περίοδο 2009-2014, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και της ακραίας φορολόγησης που επιβλήθηκε στην κατηγορία (+125% αύξηση ΕΦΚ) η ελληνική οικονομία απώλεσε 1,3 δισ. ευρώ προστιθέμενης αξίας από τον κλάδο, λόγω μείωσης των φορολογούμενων πωλήσεων και σημαντικής αύξησης του λαθρεμπορίου.

Η συμμετοχή του κλάδου στα έσοδα από ΕΦΚ το 2016 ανήλθε στα 270 εκατ. ευρώ, ενώ η απασχόληση που παράγει η αλυσίδα αξίας του κλάδου φθάνει τις 21.000 άμεσες θέσεις εργασίας (ΙΟΒΕ, Μάιος 2015). Ιδιαίτερα σημαντική είναι η επίδραση του κλάδου στην απασχόληση, διατηρώντας περισσότερες από 21.000 άμεσες θέσεις εργασίας στην αλυσίδα διάθεσης του ποτού και πολλαπλάσιες στους συνεργαζόμενους κλάδους, παρά την απώλεια 29.000 θέσεων εργασίας σε όλο το εύρος της αλυσίδας διάθεσης, το διάστημα 2009-2014 (ΙΟΒΕ, Μάιος 2015).

Τουλάχιστον 14.500 επιχειρήσεις στη χώρα έχουν ως βασικό αντικείμενο οικονομικής δραστηριότητας τα αλκοολούχα ποτά, με συμμετοχή στον τζίρο τους άνω του 50%.

ΕΦΚ και λαθρεμπόριο πλήττουν τον κλάδο αλκοολούχων ποτών

Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα αλκοολούχα ποτά στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 125% σε μόλις 15 μήνες εν μέσω κρίσης και είναι μακράν ο υψηλότερος μεταξύ των λοιπών κατηγοριών των ποτών με αλκοόλη, όπως αναφέρθηκε στο πλαίσιο της ενημερωτικής συνάντησης. Συγκεκριμένα, είναι διπλάσιος από τον ΕΦΚ που επιβάλλεται στη μπύρα και στα εμφιαλωμένα τοπικά αποστάγματα ούζο και τσίπουρο -τα οποία αξιοποιούν τη δυνατότητα της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για 50% μειωμένο ΕΦΚ- καθώς και πολλαπλάσιος σε σχέση με τον ΕΦΚ στο απόσταγμα διήμερων παραγωγών (χύμα τσίπουρο) και στο κρασί.

Η δυσανάλογη επιβάρυνση στα αλκοολούχα ποτά αποτυπώνεται και στη συμβολή τους στα φορολογικά έσοδα, καθώς συνεισφέρουν το 61% των φορολογικών εσόδων από Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης Οινοπνευματωδών Ποτών (ΕΦΚΟΠ) τη στιγμή που αντιπροσωπεύουν μόλις το 28% των συνολικών πωλήσεων αιθυλικής αλκοόλης στη χώρα. Επομένως, οι φόροι, με βάση την ισχύουσα κλίμακα (Μάιος 2017) και τις τρέχουσες τιμές λιανικής, αντιπροσωπεύουν πλέον το 60-75% της λιανικής τιμής ενός τυπικού αλκοολούχου ποτού.

Η δυσμενής φορολόγηση σε βάρος των αλκοολούχων ποτών, σε συνδυασμό με υφιστάμενες στρεβλώσεις μεταξύ των επιμέρους κατηγοριών και την αντικειμενική αδυναμία ελέγχου από μέρους της πολιτείας των συνθηκών παραγωγής -διακίνησης- εμπορίας, δεδομένης της υπο-στελέχωσης, του κόστους και της διασποράς των φαινομένων παραβατικότητας, έχουν οδηγήσει σε διόγκωση του λαθρεμπορίου, όπως αναφέρθηκε.

Η φοροδιαφυγή μεγαλώνει συνεχώς, με το λαθρεμπόριο ποτών να καταλαμβάνει πλέον το 1/5 της συνολικής κατανάλωσης, κοστίζοντας απώλειες εσόδων στο κράτος που εκτιμώνται σε 130 εκατ. ευρώ, μόνο από απώλειες ΕΦΚ, ενώ ακόμη χειρότερη είναι η κατάσταση σε ό,τι αφορά την παράνομη παραγωγή και διακίνηση δυνητικά επικίνδυνων χύμα αποσταγμάτων, τα οποία είναι πολλαπλάσια σε ποσότητα των νόμιμων πωλήσεων, δημιουργώντας «μαύρη» τρύπα 300 εκατ. ευρώ στα δημόσια έσοδα.

Τη διόγκωση του λαθρεμπορίου επιτείνει η δυσμενής θέση της Ελλάδας ως προς τη φορολογία των ποτών στην ΕΕ. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ΕΦΚ στα αλκοολούχα στην Ελλάδα είναι 40% πάνω από το μέσο όρο της ΕΕ-28 και 450% πάνω από τη γειτονική Βουλγαρία.

Ο κλάδος πιστεύει πως η ελληνική πολιτεία, προσβλέποντας στην ανάπτυξη, οφείλει να προχωρήσει σε επανεξέταση της πολιτικής ΕΦΚ για τα αλκοολούχα ποτά και σε αποκλιμάκωση προς τον μέσο όρο της ΕΕ, προκειμένου να απελευθερώσει αναπτυξιακή δυναμική στον κλάδο και να περιορισθεί το παράνομο εμπόριο. Αυτή θα είναι μία καθολικά επωφελής επιλογή, επωφελής και για τα κρατικά έσοδα, τα οποία θα σταθεροποιηθούν και θα αποκαταστήσουν εισπραξιμότητα και προβλεψιμότητα, όσο το υγιές εμπόριο αναπτύσσεται και ξανακερδίζει το χώρο που σήμερα καταλαμβάνει το παράνομο.

Ο κλάδος έχει την πλήρη βεβαιότητα πως η ορθολογική πολιτική ΕΦΚ -σταδιακή μείωση και απάλειψη στρεβλώσεων- θα αποδώσει επίσης σημαντικά παράπλευρα οφέλη, όπως μείωση της φοροδιαφυγής και αύξηση στο σύνολο των φόρων, όπως επίσης και αύξηση της απασχόλησης, ενδυναμώνοντας έτσι με βιώσιμο τρόπο την ελληνική οικονομία.

Πηγή: Έθνος

Exit mobile version