Σκληρή μάχη για να αποφευχθεί ο «ανέντιμος συμβιβασμός»

Του Τάσου Δασόπουλου

 

Την “πολιτική «βοήθεια» που θα ανοίξει τον δρόμο για να κλείσει η συμφωνία, συνεχίζει να αναζητά η Κυβέρνηση, αφού, παρά τις συγκλίσεις, η τεχνική διαπραγμάτευση θα είναι δύσκολο να ολοκληρωθεί.

Αν δηλαδή το Βερολίνο, δεν υποχωρήσει στην θέση του ότι θα πρέπει «προ πάντων» να κλείσει η τεχνική διαπραγμάτευση, η ελληνική αποστολή στις Βρυξέλλες θα έχει πολύ δύσκολο έργο στο να υποστηρίξει τις κόκκινες γραμμές της Κυβέρνησης. Παρά τα κύματα αισιοδοξίας που εκπέμπει εδώ και ενάμιση μήνα η Κυβέρνηση, σε όλα τα θέματα υπάρχουν ακόμη μεγάλες ή μικρές διαφορές.

Η μεγαλύτερη είναι το δημοσιονομικό κενό. Οι δανειστές, βλέπουν ακόμη την ανάγκη λήψης πρόσθετων μέτρων, από 3 έως και πέντε δις ευρώ ,με στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα λίγο πάνω από 1,5% του ΑΕΠ και  πρόβλεψη ότι, χωρίς πρόσθετα μέτρα,  η Ελλάδα θα παρουσιάσει πρωτογενές έλλειμμα από 0,5- 1% του ΑΕΠ. Η ελληνική ομάδα, αντιτείνει προβλέψεις για πρωτογενές ισοζύγιο μηδενικό και θέλει με την εφαρμογή του νέου καθεστώτος του ΦΠΑ, να πετύχει πρωτογενές πλεόνασμα 0,75%, δηλαδή περίπου 1 δις ευρώ. Συνεπώς, για την ελληνική πλευρά, δεν συντρέχει λόγος λήψης περισσότερων δημοσιονομικών μέτρων.

Στο θέμα του ΦΠΑ, υπάρχει μια διαφορά 900 εκατ. ευρώ, μεταξύ της ελληνικής πρότασης και αυτής που προτείνει η Ομάδα των Βρυξελλών Το σενάριο των τριών συντελεστών της Ελληνικής πλευράς (22% , 11% και 6,5% ) προσκρούει σε δύο εμπόδια: Δεν καταργεί τον τρίτο συντελεστή, που ισχύει και σήμερα και δίνει 900 εκατ. ευρώ πρόσθετα έσοδα και όχι τουλάχιστον 1,8 δις ευρώ που ζητούν οι δανειστές, ώστε να κλείσει με αυτό ένα μέρος από το δημοσιονομικό κενό.

Στο μεταξύ, παρά τις επιμέρους συζητήσεις, το ασφαλιστικό και οι αλλαγές στην αγορά εργασίας παραμένουν παγωμένες ως θέματα, αφού και οι δύο πλευρές συμφωνούν ακόμη ότι διαφωνούν, τόσο με την μέθοδο, όσο και με τους στόχους των αλλαγών που θα πρέπει να γίνουν.

Στο θέμα των αποκρατικοποιήσεων, η διαφορά βρίσκεται στους στόχους που θα τεθούν για τα επόμενα χρόνια. Η Ελληνική πλευρά συνεχίζει να θεωρεί υπερβολικό το στόχο για έσοδα ύψους 18 δις μέχρι το 2020, τα οποία θα διατεθούν στο σύνολό τους για την αποπληρωμή του χρέους .

Στα κόκκινα δάνεια, η Ομάδα των Βρυξελλών, συνεχίζει να μην θέλει προστασία από πλειστηριασμούς, παρά μόνο σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις και όχι την οριζόντια και «γενναιόδωρη» ρύθμιση που προτείνει το υπουργείο Οικονομίας.

 

 Πολιτική λύση

 

 Με αυτά τα δεδομένα, τα βλέμματα στρέφονται ξανά στην τριμερή συνάντηση της Δευτέρας μεταξύ της Γερμανίδας καγκελαρίου  Άνγκελα Μέρκελ, του Γάλλου Προέδρου Φρανσουά Ολάντ και του προέδρου της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ στην οποία  μάλλον θα συμμετέχει δια ζώσης ή και τηλεφωνικά ο Έλληνας πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας. Η συνάντηση θεωρείται καθοριστική για την έκβαση της διαπραγμάτευσης, αν βέβαια αληθεύουν οι πληροφορίες που θέλουν το ελληνικό πρόβλημα να κλείνει μέσα στην εβδομάδα με ένα έκτακτο Eurogroup. Βέβαιο θεωρείται ότι, στην συζήτηση, θα δηλώσουν παρών και οι ΗΠΑ που θέλουν το πράγματα να τελειώσει και χωρίς “ατύχημα”.

Η χθεσινή πολύωρη σύσκεψη της ομάδας πολιτικής διαπραγμάτευσης, έκανε μια αποτίμηση της κατάστασης, αλλά όλοι οι συμμετέχοντες απέφυγαν οποιαδήποτε δήλωση.

 

Πρόβλημα με Παναρίτη

 

Μέσα στις προσπάθειες που γίνονται νύχτα-μέρα για την επίτευξη συμφωνίας, προέκυψε και θέμα με το διορισμό της Έλενας Παναρίτη στην θέση του αντιπρόσωπου της Ελλάδας στο ΔΝΤ, μετά την παραίτηση από τον,  έως τώρα αντιπρόσωπο,  Θάνο Κατσάμπα. Στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, με πρώτο το Δημήτρη Παπαδημούλη αντιδρούν με την επιλογή που ήταν ουσιαστικά μόνο του υπουργού Οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη, αφού στην ανεξάρτητη επιτροπή που ενέκρινε το διορισμό, ο αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης Γιάννης Δραγασάκης ψήφισε λευκό και ο υφυπουργός Εξωτερικών Ευκλείδης Τσακαλώτος ψήφισε όχι .

 Το θέμα δεν έχει κλείσει. Θα εξεταστεί ξανά, αφού υπάρξει αίσιο τέλος με την διαπραγμάτευση, με δεδομένο ότι η θητεία του νέου εκπροσώπου στο ΔΝΤ ξεκινά από τις 17 Ιουνίου.

 

Exit mobile version