Alpha Bank: Η συμφωνία ανοίγει το δρόμο για την επιστροφή της εμπιστοσύνης

Η συμφωνία στο Eurogroup της 24ης Μαΐου διαμορφώνει τις συνθήκες για
την αποπληρωμή των οφειλών του Δημοσίου προς τις επιχειρήσεις και την ένταξη
των ελληνικών κρατικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλαρώσεως της
Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τραπέζης, αναφέρει στο εβδομαδιαίο δελτίο οικονομικών
εξελίξεων, η Alpha Bank.


Το πρώτο αναμένεται να τονώσει τη ρευστότητα στην ελληνική οικονομία
αμβλύνοντας σημαντικά τις επιπτώσεις του υφεσιακού μείγματος δημοσιονομικής
προσαρμογής καθιστώντας επιτεύξιμη την εαρινή πρόβλεψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
για ύφεση μόλις -0,3% κατά το τρέχον έτος.


Σύμφωνα με την εμπειρία της περιόδου 2012- 2014, ο ρυθμός αναπτύξεως
είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος στην επιτάχυνση της αποπληρωμής των συσσωρευμένων
ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων.


Στην παρούσα φάση φαίνεται ότι ένα μέρος της προβλεπόμενης δόσεως
(πρώτη εκταμίευση €7,5 δισ. τον Ιούνιο και δεύτερη εκταμίευση €2,8 δισ. το
Φθινόπωρο) θα διοχετευθεί και προς αυτήν την κατεύθυνση.


Το δεύτερο μπορεί να αποτελέσει ένα ισχυρό συμβολισμό προς τις διεθνείς
αγορές υποβοηθώντας την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και τη σταδιακή
αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου που θα επιτρέψει, σε
μεταγενέστερο στάδιο, την πρόσβασή του στις διεθνείς αγορές.


Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης ώστε να ενισχυθεί μεσοπρόθεσμα η
πραγματική οικονομία μέσω της αυξήσεως των επενδυτικών δαπανών προϋποθέτει την
επιτάχυνση των διαρθρωτικών αλλαγών που προβλέπονται στη νέα συμφωνία.


Η έγκριση από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Οικονομικής Πολιτικής του
προγράμματος των 19 ιδιωτικοποιήσεων που περιλαμβάνει το πρόγραμμα αξιοποιήσεως
των περιουσιακών στοιχείων του ΤΑΙΠΕΔ συνιστά ένα θετικό βήμα.


Επιπλέον, το νέο θεσμικό πλαίσιο για τη διαχείριση των μη
εξυπηρετούμενων δανείων σε συνδυασμό με την προοπτική επανένταξης των ελληνικών
κρατικών ομολόγων στις αποδεκτές από το Ευρωσύστημα εξασφαλίσεις και την
εξάλειψη της πολιτικής αβεβαιότητας ώστε να ξεκινήσει η σταδιακή επιστροφή των
καταθέσεων θα διευρύνουν τη δυνατότητα του τραπεζικού συστήματος να
χρηματοδοτήσει την ελληνική οικονομία.


Παράλληλα, η άρση των αβεβαιοτήτων με την ολοκλήρωση της πρώτης
αξιολογήσεως είναι σημαντικός παράγοντας για την επίτευξη των δημοσιονομικών
στόχων των επομένων ετών.


Η νομοθέτηση του προληπτικού μηχανισμού διορθώσεως δημοσιονομικών
αποκλίσεων είναι καίριας σημασίας, καθώς ενισχύει την αξιοπιστία του Ελληνικού
κράτους στις διεθνείς αγορές.


Παρά ταύτα, η επίτευξη των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα θα
απαιτήσει σημαντική προσπάθεια, ειδικά το 2018.


Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην έκθεσή του για τη βιωσιμότητα του
ελληνικού δημοσίου χρέους (Preliminary Debt Sustainability Analysis – Updated
Estimates and Further Considerations, May 2016) αμφισβητεί τη δυνατότητα
επιτεύξεως του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2018.


Στο Γράφημα 2 απεικονίζονται οι εκτιμήσεις για τα πρωτογενή πλεονάσματα
στην περίοδο 2016-2018 του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου σε αντιδιαστολή με
εκείνες τις Ευρωπαϊκής Επιτροπής.


Η εκτίμηση του Ταμείου για χαμηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα στηρίζεται
στα εξής επιχειρήματα.


Πρώτον, αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα της πολιτικής αυξήσεως των
φορολογικών συντελεστών εκτιμώντας λιγότερα φορολογικά έσοδα. Δεδομένου ότι οι
φορολογικές επιβαρύνσεις επεβλήθησαν σε μία στενή φορολογική βάση δημιουργούν
ισχυρή πίεση για περαιτέρω συρρίκνωσή της εξαιτίας της ενισχύσεως των κινήτρων
για φοροδιαφυγή ή μετανάστευση της επιχειρηματικής δραστηριότητας προς χώρες με
μικρότερους φορολογικούς συντελεστές.


Επιπλέον, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το
ποσοστό των νοικοκυριών που εξαιρούνται της φορολογήσεως, λόγω του αφορολογήτου
ορίου, ανέρχεται στο 50%, έναντι 9% στην Ευρωζώνη.


Δεύτερον, εκτιμάται ότι τα φορολογικά έσοδα θα μειώνονται ως ποσοστό
στο ΑΕΠ λόγω μεταβολής της συνθέσεώς του και της εξαρτήσεως των εσόδων από την
έμμεση φορολογία.


Με άλλα λόγια, η αναπτυξιακή διαδικασία, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αναμένεται να προέλθει από (α) την άνοδο των καθαρών
εξαγωγών χάρη στο σχετικά αδύναμο ευρώ και τη μεγάλη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας
σε όρους κόστους εργασίας και (β) την αύξηση των επενδύσεων μέσω της
αποκαταστάσεως της εμπιστοσύνης στη χώρα και τη μείωση των πολιτικών κινδύνων.


Αντίθετα, η ιδιωτική κατανάλωση αναμένεται να κινηθεί με πιο αργό
ρυθμό.


Τούτο συνεπάγεται ότι τα φορολογικά έσοδα από την έμμεση φορολογία θα
εξασθενήσουν ως ποσοστό στο ΑΕΠ.

Exit mobile version