Bloomberg για το πολυνομοσχέδιο: Το τέλος της κρίσης ή η αρχή ενός νέου Μνημονίου;

Το τέλος της κρίσης ή η αρχή ενός νέου Μνημονίου; διερωτάται το σχετικό δημοσίευμα του το Bloomberg, μετά την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου από τους 153 βουλευτές της συγκυβέρνησης αργά χθες το βράδυ στη Βουλή.

Συγκεκριμένα, στο δημοσίευμα τίθεται το ερώτημα “εάν τα μέτρα που ψήφισε χθες η Ελλάδα θα είναι καθοριστικά για την
ελάφρυνση του χρέους για να μπει επιτέλους ένα τέλος στην οικονομική κρίση της χώρας ή
συνεπάγονται με περισσότερη λιτότητα που θα “τσακίσει” την
οικονομία της χώρας και θα οδηγήσει σε ένα επιπλέον πρόγραμμα διάσωσης.


Όπως αναφέρει το πρακτορείο ειδήσεων, “μετά από τα στοιχεία που έδειξαν ότι η
οικονομία διολίσθησε σε ύφεση το πρώτο τρίμηνο, οι Έλληνες βουλευτές ενέκριναν την Πέμπτη τα τελευταία οικονομικά μέτρα που ζητούν οι πιστωτές για
την εκταμίευση της επόμενης δόσης”.

Ο κίνδυνος είναι
ότι εάν οι προσπάθειες για την επίτευξη φιλόδοξων δημοσιονομικών στόχων πνίξουν
τόσο πολύ την οικονομία, τότε ο στόχος θα χαθεί το επόμενο έτος με αποτέλεσμα μεγαλύτερες
περικοπές των συντάξεων και φορολογικές αυξήσεις, σύμφωνα με το πρακτορείο.

«Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε κρίσιμο
σταυροδρόμι”, δήλωσε ο Νίκος Βέττας, γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ στην
Αθήνα. Είναι περίπου στο ίδιο σημείο με τρία χρόνια πριν και ενώ πολλές από τις
δυνάμεις που δημιούργησαν μια αρνητική δυναμική από την αρχή της κρίσης είναι
τώρα πιο αδύναμες, δεν είναι σίγουρο ότι η οικονομία θα εισέλθει σε μια φάση
βιώσιμης ανάπτυξης», δήλωσε ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ στην Αθήνα, Νίκος
Βέττας.


Εάν η Ελλάδα λάβει μια αρκετά ισχυρή δέσμευση για την
ελάφρυνση του χρέους από τους πιστωτές της στην Ευρωζώνη, τότε αυτό θα μπορούσε
να οδηγήσει σε αποκατάσταση της εμπιστοσύνης ανοίγοντας τον δρόμο για
επενδύσεις στην πραγματική οικονομία. Μια τέτοιου είδους συμφωνία θα συζητηθεί τη Δευτέρα στη συνεδρίαση των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης στις Βρυξέλλες


Οι ελληνικές αγορές σημείωσαν “ράλι” αυτό το μήνα μετά την
επίτευξη προκαταρκτικής συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας, Ευρωζώνης και ΔΝΤ.
Ωστόσο, η αβεβαιότητα μέχρι την επίτευξη αυτής της συμφωνίας ευθύνεται για την εκ
νέου διολίσθηση της χώρας σε ύφεση και την υποβάθμιση των εκτιμήσεων για την
ανάπτυξη του 2017 σε 1,8% έναντι του 2,7% των προηγούμενων προβλέψεων.

Σημείο καμπής


Με βάση το αισιόδοξο σενάριο, μια συμφωνία για το χρέος που
θα ικανοποιεί το ΔΝΤ διευκολύνει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να συμπεριλάβει
στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης τα ελληνικά ομόλογα και τον ΟΔΔΗΧ να βγει
επιτυχώς στις αγορές. Αυτό θα πυροδοτήσει ροή ξένων επενδύσεων από όσους
κυνηγούν αποδόσεις σε μια χώρα όπου η Κεντρική τράπεζα δηλώνει ότι το ΑΕΠ είναι σχεδόν 10% χαμηλότερο από το δυνητικό επίπεδο.


Από την άλλη
πλευρά ο πρόεδρος της Eurobank Ergasias, Νικόλαος Καραμούζης ανέφερε ότι «η συμφωνία με τους
πιστωτές συνεπάγεται ορισμένα υφεσιακά μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της απαίτησης
για αύξηση των πρωτογενών πλεονασμάτων” τα επόμενα χρόνια,. Αυτός ο
αρνητικός αντίκτυπος θα αντισταθμιστεί περισσότερο από ένα καλύτερο οικονομικό
και οικονομικό κλίμα, από τη συμμετοχή στο QE και από τη βιώσιμη αναδιάρθρωση
του δημόσιου χρέους».


Σε αντάλλαγμα, η Ελλάδα θα πρέπει να διατηρήσει τα
δημοσιονομικά της πλεονάσματα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ό, τι
περίμενε η κυβέρνηση. Ο υπουργός Οικονομικών της Ολλανδίας και πρόεδρος του
Eurogroup, Jeroen Dijsselbloem, δήλωσε ότι πρωτογενές πλεόνασμα της Ελλάδας θα
πρέπει να είναι τουλάχιστον 3,5% του ΑΕΠ για διάστημα 5 ετών, κάτι που
αμφισβητεί το ΔΝΤ λέγοντας πως θα έχει μεγάλο κόστος για την οικονομία, εάν
τελικά επιτευχθεί.


Από την πλευρά της η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει πως οι
στόχο θα επιτευχθούν παραπέμποντας στις υπεραποδόσεις της περυσινής χρονιάς
όπου εμφάνισε πρωτογενές πλεόνασμα 4,2% έναντι στόχου 0,5% του ΑΕΠ.


Τέλος ο επικεφαλής οικονομολόγος
της Τράπεζας Πειραιώς, Ηλίας Λεκκός ανέφερε ότι «δεν υπάρχει προηγούμενο για μη
πετρελαιοπαραγωγική χώρα να εμφανίζει συστηματικά πρωτογενές πλεόνασμα της
τάξης του 3,5% του ΑΕΠ. Κάτι τέτοιο ή που δεν θα επιτευχθεί ή που θα επιτευχτεί
με κόστος μια τεράστια ύφεση».






Πηγή: Bloomberg

Exit mobile version