Επιδότηση επιχειρηματικών δανείων: Οι δικαιούχοι και οι προϋποθέσεις

Θεσπίζεται νέο πρόγραμμα με τη μορφή συνεισφοράς του Δημοσίου για την αποπληρωμή των δανείων των επιχειρήσεων που έχουν πληγεί από τις δυσμενείς συνέπειες του κορονοϊού, όπως αναφέρεται στο πολυνομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή. Πρόκειται για το πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Υγείας «Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την προστασία της δημόσιας υγείας από τις συνεχιζόμενες συνέπειες της πανδημίας του COVID-19, την ανάπτυξη, την κοινωνική προστασία και την επαναλειτουργία των δικαστηρίων και άλλα ζητήματα» το οποίο περιλαμβάνει και διατάξεις αρμοδιότητας του υπουργείου Οικονομικών.
Αναλυτικά:
ΜΕΡΟΣ Β’ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ
ΔΑΝΕΙΩΝ ΓΙΑ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΕΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΠΛΗΓΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΥΣΜΕΝΕΙΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ
ΚΟΡΩΝΟΪΟΥ COVID-19


Άρθρο 57: Πεδίο εφαρμογής και προϋποθέσεις επιλεξιμότητας
1. Το Δημόσιο συνεισφέρει, για χρονικό διάστημα, που
δεν υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες, από την ημερομηνία έγκρισης της κατά το
άρθρο 62 του παρόντος αίτησης, στις δόσεις για την αποπληρωμή των πάσης φύσεως
επιχειρηματικών ή επαγγελματικών οφειλών προς χρηματοδοτικούς φορείς, ενεργών
νομικών προσώπων και φυσικών προσώπων, ελεύθερων επαγγελματιών ή επιτηδευματιών
ή εταίρων.
2. Επιλέξιμα είναι:
α) ενεργά νομικά πρόσωπα, τα οποία συνιστούν μικρή,
πολύ μικρή ή μεσαία επιχείρηση κατά την έννοια του Παραρτήματος Ι του
Κανονισμού (ΕΕ) 651/2014 της Επιτροπής της 17ης Ιουνίου 2014 για την κήρυξη
ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ’
εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης (L 187) εξαιρούμενων των
χρηματοπιστωτικών οργανισμών. Οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί που εξαιρούνται
από την επιλεξιμότητα της παρούσας είναι όσοι έχουν ως κύριο Κωδικό Αριθμό
Δραστηριότητας 64.00 ή 65.00 ή 66.00. Από αυτούς, όσοι οργανισμοί έχουν κύριο
Κωδικό Αριθμό Δραστηριότητας 64.91, 65.11, 65.12, 65.20, 66.19, 66.21, 66.22
και 66.29 δεν καταλαμβάνονται από την εξαίρεση του προηγούμενου εδαφίου.
β) φυσικά πρόσωπα που είναι ενεργοί ελεύθεροι
επαγγελματίες ή επιτηδευματίες ή εταίροι προσωπικών ή κεφαλαιουχικών εταιρειών.
Τα πρόσωπα των περ. α) και β) είναι επιλέξιμα υπό την
προϋπόθεση ότι έχουν αποδεδειγμένα πληγεί και για τον λόγο αυτό ενταχθεί στα
έκτακτα μέτρα προστασίας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού
COVID-19, σύμφωνα με την παρ. 3.
3. Ειδικότερα πληγέντες θεωρούνται:
α) Νομικά πρόσωπα της παρ. 2 και επιχειρήσεις,
συμπεριλαμβανομένων των ατομικών επιχειρήσεων, οι οποίοι χαρακτηρίστηκαν ως
πληττόμενοι, βάσει του Κωδικού Αριθμού Δραστηριότητάς (ΚΑΔ) τους, σύμφωνα με
υπουργικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί ή θα εκδοθούν μέχρι την καταληκτική
ημερομηνία της αίτησης κατά την παρ. 1 του άρθρου 61 και των οποίων τα έσοδα
του ημερολογιακού έτους 2020 παρουσίασαν μείωση ίση ή μεγαλύτερη του είκοσι
τοις εκατό (20%), σε σχέση με το αντίστοιχα έσοδα του ημερολογιακού έτους 2019,
όπως αυτό προκύπτει από τις περιοδικές δηλώσεις Φ.Π.Α.. Εάν οι ανωτέρω δεν
υπόκεινται σε Φ.Π.Α., η μείωση πρέπει να προκύπτει από τα στοιχεία που
υποβάλλονται στη Φορολογική Διοίκηση.
β) Ελεύθεροι επαγγελματίες ή φυσικά πρόσωπα που ασκούν
ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν διαθέτουν εργαζομένους, οι οποίοι
χαρακτηρίστηκαν ως πληττόμενοι, βάσει του Κωδικού Αριθμού Δραστηριότητάς (ΚΑΔ)
τους, σύμφωνα με υπουργικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί ή θα εκδοθούν μέχρι την
καταληκτική ημερομηνία της αίτησης κατά την παρ. 1 του άρθρου 61 και των οποίων
τα έσοδα του ημερολογιακού έτους 2020 παρουσίασαν μείωση ίση ή μεγαλύτερη του
είκοσι τοις εκατό (20%), σε σχέση με το ημερολογιακό έτος 2019, όπως αυτό
προκύπτει από τις περιοδικές δηλώσεις Φ.Π.Α.. Εάν οι ανωτέρω δεν υπόκεινται σε
Φ.Π.Α., η μείωση πρέπει να προκύπτει από τα στοιχεία που υποβάλλονται στη
Φορολογική Διοίκηση.
γ) Νομικά πρόσωπα της παρ. 2 ή επιχειρήσεις που έχουν
ως αντικείμενο την εκμετάλλευση ακινήτων, που έλαβαν μειωμένο μίσθωμα, σύμφωνα
με υπουργικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί ή θα εκδοθούν μέχρι την καταληκτική
ημερομηνία της αίτησης κατά την παρ. 1 του άρθρου 61 και των οποίων τα έσοδα
του ημερολογιακού έτους 2020 παρουσίασαν μείωση ίση ή μεγαλύτερη του είκοσι
τοις εκατό (20%), σε σχέση με τα αντίστοιχα έσοδα του ημερολογιακού έτους 2019,
όπως αυτό προκύπτει από τις περιοδικές δηλώσεις Φ.Π.Α.. Εάν οι ανωτέρω δεν
υπόκεινται σε Φ.Π.Α., η μείωση πρέπει να προκύπτει από τα υποβαλλόμενα στοιχεία
στη Φορολογική Διοίκηση.
δ) Εταίροι προσωπικών ή κεφαλαιουχικών εταιρειών, των
οποίων η λειτουργία έχει ανασταλεί υποχρεωτικά ή οι οποίες χαρακτηρίστηκαν ως
πληττόμενες, βάσει του Κωδικού Αριθμού Δραστηριότητάς (ΚΑΔ) τους, σύμφωνα με
υπουργικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί ή θα εκδοθούν μέχρι την καταληκτική
ημερομηνία της αίτησης κατά την παρ. 1 του άρθρου 61 και εφόσον τα έσοδα της
εταιρίας και τα δικά τους έσοδα του ημερολογιακού έτους 2020 παρουσίασαν μείωση
ίση ή μεγαλύτερη του είκοσι τοις εκατό (20%), σε σχέση με τα αντίστοιχα έσοδα
του ημερολογιακού έτους 2019, όπως αυτό προκύπτει από τις περιοδικές δηλώσεις
Φ.Π.Α.. Εάν οι ανωτέρω δεν υπόκεινται σε Φ.Π.Α., η μείωση πρέπει να προκύπτει
από τα υποβαλλόμενα στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση.
ε) Δικαιούχοι ή λήπτες της ενίσχυσης με τη μορφή της
επιστρεπτέας προκαταβολής, σύμφωνα με υπουργικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί ή
θα εκδοθούν μέχρι την καταληκτική ημερομηνία της αίτησης κατά την παρ. 1 του
άρθρου 61 και των οποίων τα έσοδα του ημερολογιακού έτους 2020 παρουσίασαν
μείωση ίση ή μεγαλύτερη του είκοσι τοις εκατό (20%), σε σχέση με το αντίστοιχα
έσοδα του ημερολογιακού έτους 2019, όπως αυτό προκύπτει από τις περιοδικές
δηλώσεις Φ.Π.Α. Εάν οι ανωτέρω δεν υπόκεινται σε Φ.Π.Α., η μείωση πρέπει να
προκύπτει από τα υποβαλλόμενα στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση.
στ) Νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις,
συμπεριλαμβανομένων των ατομικών επιχειρήσεων – εργοδοτών του ιδιωτικού τομέα
που έχουν εντάξει εργαζομένους τους στις ρυθμίσεις της υπ. αρ.
οικ.23103/478/2020 (Β’ 2274) κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών,
Ανάπτυξης και Επενδύσεων και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων (Μηχανισμός
«Συνεργασία») μέχρι την καταληκτική ημερομηνία της αίτησης σύμφωνα με την παρ.
1 του άρθρου 61 και των οποίων τα έσοδα του ημερολογιακού έτους 2020
παρουσίασαν μείωση ίση ή μεγαλύτερη του είκοσι τοις εκατό (20%), σε σχέση με το
αντίστοιχα έσοδα του ημερολογιακού έτους 2019, όπως αυτό προκύπτει από τις
περιοδικές δηλώσεις Φ.Π.Α.. Εάν οι ανωτέρω δεν υπόκεινται σε Φ.Π.Α., η μείωση
πρέπει να προκύπτει από τα υποβαλλόμενα στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση.
4. Πέραν των προϋποθέσεων της παρ. 3, ο αιτών πρέπει
σωρευτικά να πληροί και τις ακόλουθες προϋποθέσεις επιλεξιμότητας:
α) Να υφίσταται οφειλή προς χρηματοδοτικό φορέα
επιδεκτική συνεισφοράς κατά την παρ. 1.
β) Να μην υφίσταται ενεργή εγγύηση του Ελληνικού
Δημοσίου ή φορέων του Ελληνικού Δημοσίου ή της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας
ή ευρωπαϊκών φορέων από πόρους εθνικούς ή ευρωπαϊκούς για την επιδεκτική
συνεισφοράς οφειλή.
γ) Να μην υφίσταται κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης
άλλη ενεργή κρατική ενίσχυση ή συνεισφορά για την επιδεκτική συνεισφοράς
οφειλή. Στο πλαίσιο αυτό, δεν είναι επιλέξιμα προς συνεισφορά, μεταξύ άλλων,
και τα δάνεια που έχουν επιδοτηθεί δυνάμει του Κεφαλαίου Γ’ του Μέρους Τρίτου
του ν. 4714/2020 (Α’ 148).
δ) Να μην έχουν δάνεια τα οποία δεν εξυπηρετούνται και
επιπλέον έχουν καταγγελθεί μέχρι και την ημερομηνία της αίτησης, που
καταλαμβάνουν ποσοστό μεγαλύτερο του πενήντα τοις εκατό (50%) επί του συνόλου
των δανείων που έχουν λάβει από χρηματοδοτικούς φορείς για οποιαδήποτε αιτία.
Δάνεια τα οποία είχαν ρυθμιστεί πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης δεν
θεωρούνται ως καταγγελμένα για να κριθεί η επιλεξιμότητα του αιτούντος σύμφωνα
με την παρούσα παράγραφο.
ε) Να πληρούνται, ως προς την επιδεκτική συνεισφοράς
του Δημοσίου οφειλή, για κάθε περίπτωση ξεχωριστά τα ακόλουθα πρόσθετα κριτήρια
επιλεξιμότητας ανά επιλέξιμο πρόσωπο:
εα) Εφόσον πρόκειται για οφειλές εξυπηρετούμενες ή
οφειλές που παρουσίαζαν καθυστέρηση μέχρι ενενήντα (90) ημέρες στις 31.12.2020:
Ι) για φυσικά πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του
ελεύθερου επαγγελματία ή που ασκούν ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα και
δεν διαθέτουν εργαζομένους:
i) Η ακίνητη περιουσία του αιτούντος να έχει συνολική
αξία που δεν υπερβαίνει τις εξακόσιες χιλιάδες (600.000) ευρώ.
ii) Ο ετήσιος κύκλος εργασιών ή το εισόδημα κατά
περίπτωση, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής
φορολογικής δήλωσης, να μην υπερβαίνει τις είκοσι τέσσερις χιλιάδες (24.000)
ευρώ.
Το ποσό του προηγούμενου εδαφίου προσαυξάνεται κατά δεκαοκτώ χιλιάδες
(18.000) ευρώ για τον σύζυγο ή τη σύζυγο και κατά πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ
για κάθε εξαρτώμενο μέλος και μέχρι τρία (3) εξαρτώμενα μέλη. Για την εφαρμογή
του προηγούμενου εδαφίου, λαμβάνεται υπόψη το οικογενειακό εισόδημα του
αιτούντος φυσικού προσώπου, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει
δυνατότητα υποβολής φορολογικής δήλωσης.
iii) Οι καταθέσεις και τα επενδυτικά προϊόντα του
αιτούντος στην ημεδαπή και την αλλοδαπή, να έχουν συνολική αξία που δεν
υπερβαίνει τις σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ κατά τον χρόνο υποβολής της
αίτησης του άρθρου 61. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνονται
υπόψη οι καταθέσεις και τα επενδυτικά προϊόντα του αιτούντος, του ή της συζύγου
του και των εξαρτώμενων μελών.
iv) Το σύνολο του ανεξόφλητου κεφαλαίου των επιδεκτικών
για τη συνεισφορά του Δημοσίου οφειλών, στο οποίο συνυπολογίζονται
λογιστικοποιημένοι από τους πιστωτές τόκοι, κατά την ημερομηνία υποβολής της
αίτησης του άρθρου 61, να μην υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ
ανά πιστωτή. Αν η οφειλή έχει συνομολογηθεί σε άλλο, πλην του ευρώ, νόμισμα,
για τον καθορισμό του μέγιστου ορίου του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνεται υπόψη
η ισοτιμία του αλλοδαπού νομίσματος με το ευρώ κατά την τελευταία εργάσιμη
ημέρα του προηγούμενου μήνα από την υποβολή της αίτησης του άρθρου 61.
ΙΙ) Για νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις,
συμπεριλαμβανομένων των ατομικών επιχειρήσεων που απασχολούν από έναν (1) μέχρι
και εννέα (9) εργαζομένους σε ετήσια βάση και έχουν κύκλο εργασιών έως δύο
εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού δεν υπερβαίνει
τα δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ, σύμφωνα με τις τελευταίες οικονομικές
καταστάσεις για τις οποίες υπήρχε υποχρέωση κατάρτισης, βάσει του ευρωπαϊκού
ορισμού των πολύ μικρών επιχειρήσεων:
i) Η ακίνητη περιουσία του αιτούντος στην οποία δεν
υφίσταται κανένα εμπράγματο βάρος να έχει συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα
δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (2.500.000) ευρώ.
ii) O ετήσιος κύκλος εργασιών ή το εισόδημα κατά
περίπτωση, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής
φορολογικής δήλωσης, ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού να μην υπερβαίνει τα
δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ.
iii) Οι καταθέσεις του αιτούντος στην ημεδαπή και την
αλλοδαπή, να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο
(1.000.000) ευρώ, ενώ τα επενδυτικά προϊόντα του να έχουν συνολική αξία που δεν
υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα (150.000) χιλιάδες ευρώ, κατά τον χρόνο υποβολής
της αίτησης του άρθρου 61.
ΙΙΙ) Για νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις,
συμπεριλαμβανομένων των ατομικών επιχειρήσεων που απασχολούν από δέκα (10)
μέχρι και σαράντα εννέα (49) εργαζομένους σε ετήσια βάση και έχουν κύκλο
εργασιών από δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ έως δέκα εκατομμύρια (10.000.000)
ευρώ ή έχουν σύνολο ετήσιου ισολογισμού από δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ
έως δέκα εκατομμύρια (10.000.000) ευρώ, σύμφωνα με τις τελευταίες οικονομικές
καταστάσεις για τις οποίες υπήρχε υποχρέωση κατάρτισης, βάσει του ευρωπαϊκού
ορισμού των μικρών επιχειρήσεων:
i) Η ακίνητη περιουσία του αιτούντος στην οποία δεν
υφίσταται κανένα εμπράγματο βάρος να έχει συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα
δέκα εκατομμύρια (10.000.000) ευρώ.
ii) O ετήσιος κύκλος εργασιών ή το εισόδημα κατά
περίπτωση, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής
φορολογικής δήλωσης, ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού να μην υπερβαίνει τα
δέκα εκατομμύρια (10.000.000) ευρώ.
iii) Οι καταθέσεις του αιτούντος στην ημεδαπή και την
αλλοδαπή, να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα πέντε εκατομμύρια
(5.000.000) ευρώ, ενώ τα επενδυτικά προϊόντα του να έχουν συνολική αξία που δεν
υπερβαίνει τις επτακόσιες πενήντα χιλιάδες (750.000) ευρώ, κατά τον χρόνο
υποβολής της αίτησης του άρθρου 61.
Ιν) Για νομικά πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων των
ατομικών επιχειρήσεων που απασχολούν από πενήντα (50) μέχρι και διακόσιους
σαράντα εννέα (249) εργαζομένους σε ετήσια βάση και έχουν κύκλο εργασιών από
δέκα εκατομμύρια (10.000.000) ευρώ έως πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) ευρώ ή
έχουν σύνολο ετήσιου ισολογισμού από δέκα εκατομμύρια (10.000.000) ευρώ έως
σαράντα τρία εκατομμύρια (43.000.000) ευρώ, σύμφωνα με τις τελευταίες
οικονομικές καταστάσεις για τις οποίες υπήρχε υποχρέωση κατάρτισης, βάσει του ευρωπαϊκού
ορισμού των μεσαίων επιχειρήσεων:
i) Η ακίνητη περιουσία του αιτούντος στην οποία δεν
υφίσταται κανένα εμπράγματο βάρος να έχει συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα
πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) ευρώ.
ii) O ετήσιος κύκλος εργασιών ή το εισόδημα κατά
περίπτωση, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής
φορολογικής δήλωσης, να μην υπερβαίνει τα πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) ευρώ
ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού να μην υπερβαίνει τα σαράντα τρία
εκατομμύρια (43.000.000) ευρώ.
iii) Οι καταθέσεις του αιτούντος στην ημεδαπή και την
αλλοδαπή, να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα είκοσι πέντε εκατομμύρια
(25.000.000) ευρώ, ενώ τα επενδυτικά προϊόντα του να έχουν συνολική αξία που
δεν υπερβαίνει τα τρία εκατομμύρια επτακόσιες πενήντα χιλιάδες (3.750.000)
ευρώ, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 61. εβ) Εφόσον πρόκειται
για οφειλές που παρουσίαζαν καθυστέρηση μεγαλύτερη των ενενήντα (90) ημερών
στις 31.12.2020:
Ι) Για φυσικά πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του
ελεύθερου επαγγελματία ή που ασκούν ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα και
δεν διαθέτουν εργαζομένους:
i) Η ακίνητη περιουσία του αιτούντος να έχει συνολική
αξία που δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ.
ii) Ο ετήσιος κύκλος εργασιών ή το εισόδημα κατά
περίπτωση, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής
φορολογικής δήλωσης, να μην υπερβαίνει τις δεκαεπτά χιλιάδες (17.000) ευρώ. Το
ποσό του προηγούμενου εδαφίου προσαυξάνεται κατά δεκατρείς χιλιάδες (13.000)
ευρώ για τον σύζυγο ή τη σύζυγο και κατά πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ για κάθε
εξαρτώμενο μέλος και μέχρι τρία (3) εξαρτώμενα μέλη.
Για την εφαρμογή του
προηγούμενου εδαφίου, λαμβάνεται υπόψη το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος
φυσικού προσώπου, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα
υποβολής φορολογικής δήλωσης.
iii) Οι καταθέσεις και τα επενδυτικά προϊόντα του
αιτούντος στην ημεδαπή ή την αλλοδαπή, να έχουν συνολική αξία που δεν
υπερβαίνει τις είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) ευρώ κατά τον χρόνο υποβολής της
αίτησης του άρθρου 61. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, λαμβάνονται
υπόψη οι καταθέσεις και τα επενδυτικά προϊόντα του αιτούντος, του συζύγου του
και των εξαρτώμενων μελών.
iv) Το σύνολο του ανεξόφλητου κεφαλαίου των επιδεκτικών
για τη συνεισφορά Δημοσίου οφειλών, στο οποίο συνυπολογίζονται
λογιστικοποιημένοι από τους πιστωτές τόκοι, κατά την ημερομηνία υποβολής της
αίτησης του άρθρου 61, να μην υπερβαίνει τις διακόσιες πενήντα χιλιάδες
(250.000) ευρώ ανά πιστωτή. Αν η οφειλή έχει συνομολογηθεί σε άλλο, πλην του
ευρώ, νόμισμα, για τον καθορισμό του μέγιστου ορίου του προηγούμενου εδαφίου
λαμβάνεται υπόψη η ισοτιμία του αλλοδαπού νομίσματος με το ευρώ κατά την
τελευταία εργάσιμη ημέρα του προηγούμενου μήνα από την υποβολή της αίτησης του
άρθρου 61.
ΙΙ) Για νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις
συμπεριλαμβανομένων των ατομικών επιχειρήσεων, που απασχολούν από έναν (1)
μέχρι και εννέα (9) εργαζομένους σε ετήσια βάση και έχουν κύκλο εργασιών έως
δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού δεν
υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ, σύμφωνα με τις τελευταίες
οικονομικές καταστάσεις για τις οποίες υπήρχε υποχρέωση κατάρτισης, βάσει του
ευρωπαϊκού ορισμού των μικρών επιχειρήσεων:
i) Η ακίνητη περιουσία, στην οποία δεν υφίσταται κανένα
εμπράγματο βάρος του αιτούντος να έχει συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα δύο
εκατομμύρια διακόσιες πενήντα χιλιάδες (2.250.000), ευρώ.
ii) O ετήσιος κύκλος εργασιών ή το εισόδημα κατά
περίπτωση, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής
φορολογικής δήλωσης, ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού να μην υπερβαίνει τα
δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ.
iii) Οι καταθέσεις του αιτούντος στην ημεδαπή και την
αλλοδαπή, να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τις οκτακόσιες πενήντα
χιλιάδες (850.000) ευρώ, ενώ τα επενδυτικά προϊόντα του να έχουν συνολική αξία
που δεν υπερβαίνει τις εκατόν είκοσι επτά χιλιάδες πεντακόσια (127.500) ευρώ,
κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 61.
ΙΙΙ) Για νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις,
συμπεριλαμβανομένων των ατομικών επιχειρήσεων. που απασχολούν από δέκα (10)
μέχρι και σαράντα εννέα (49) εργαζομένους σε ετήσια βάση και έχουν κύκλο εργασιών
από δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ έως δέκα εκατομμύρια (10.000.000) ευρώ ή
έχουν σύνολο ετήσιου ισολογισμού από δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ έως δέκα
εκατομμύρια (10.000.000) ευρώ, σύμφωνα με τις τελευταίες οικονομικές
καταστάσεις για τις οποίες υπήρχε υποχρέωση κατάρτισης, βάσει του ευρωπαϊκού
ορισμού των μικρών επιχειρήσεων:
i) Η ακίνητη περιουσία στην οποία δεν υφίσταται κανένα
εμπράγματο βάρος του αιτούντος να έχει συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα
εννέα εκατομμύρια (9.000.000) ευρώ.
ii) O ετήσιος κύκλος εργασιών ή το εισόδημα κατά
περίπτωση, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής
φορολογικής δήλωσης, ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού να μην υπερβαίνει τα
δέκα εκατομμύρια (10.000.000) ευρώ.
iii) Οι καταθέσεις του αιτούντος στην ημεδαπή και την
αλλοδαπή, να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα εκατομμύρια
διακόσιες πενήντα χιλιάδες (4.250.000) ευρώ, ενώ τα επενδυτικά προϊόντα του να
έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τις εξακόσιες τριάντα επτά χιλιάδες
πεντακόσια (637.500) ευρώ, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 61.
IV) Τα νομικά πρόσωπα συμπεριλαμβανομένων των ατομικών
επιχειρήσεων, που απασχολούν από πενήντα (50) μέχρι και διακόσιους σαράντα
εννέα (249) εργαζομένους σε ετήσια βάση και έχουν κύκλο εργασιών από δέκα
εκατομμύρια (10.000.000) ευρώ έως πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) ευρώ ή έχουν
σύνολο ετήσιου ισολογισμού από δέκα εκατομμύρια (10.000.000) ευρώ έως σαράντα
τρία εκατομμύρια (43.000.000) ευρώ, σύμφωνα με τις τελευταίες οικονομικές
καταστάσεις για τις οποίες υπήρχε υποχρέωση κατάρτισης, βάσει του ευρωπαϊκού
ορισμού των μεσαίων επιχειρήσεων:
i) Η ακίνητη περιουσία στην οποία δεν υφίσταται κανένα
εμπράγματο βάρος του αιτούντος να έχει συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα
σαράντα πέντε εκατομμύρια (45.000.000) ευρώ.
ii) O ετήσιος κύκλος εργασιών ή το εισόδημα κατά
περίπτωση, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής
φορολογικής δήλωσης, να μην υπερβαίνει τα πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) ευρώ
ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού να μην υπερβαίνει τα σαράντα τρία
εκατομμύρια (43.000.000) ευρώ.
iii) Οι καταθέσεις του αιτούντος στην ημεδαπή και την
αλλοδαπή, να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα είκοσι ένα εκατομμύρια
διακόσιες πενήντα χιλιάδες (21.250.000) ευρώ, ενώ τα επενδυτικά προϊόντα του να
έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα τρία εκατομμύρια εκατόν ογδόντα επτά
χιλιάδες πεντακόσια (3.187.500) ευρώ, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης του
άρθρου 61.
εγ) Εφόσον πρόκειται για οφειλές που παρουσίαζαν
καθυστέρηση μεγαλύτερη των ενενήντα (90) ημερών στις 31.12.2020 και επιπλέον
είχαν καταγγελθεί μέχρι την ημερομηνία αυτή από τον χρηματοδοτικό φορέα, ακόμα
και αν στη συνέχεια ρυθμίστηκαν με συμφωνία οφειλέτη και χρηματοδοτικού φορέα:
Ι) Για φυσικά πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του
ελεύθερου επαγγελματία ή που ασκούν ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα και
δεν διαθέτουν εργαζομένους:
i) Η ακίνητη περιουσία του αιτούντος να έχει συνολική
αξία που δεν υπερβαίνει τις διακόσιες ογδόντα χιλιάδες (280.000) ευρώ.
ii) Ο ετήσιος κύκλος εργασιών ή το εισόδημα κατά
περίπτωση, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής
φορολογικής δήλωσης, να μην υπερβαίνει τις δώδεκα χιλιάδες πεντακόσια (12.500)
ευρώ. Το ποσό του προηγούμενου εδαφίου προσαυξάνεται κατά οκτώ χιλιάδες
πεντακόσια (8.500) ευρώ για τον σύζυγο ή τη σύζυγο και κατά πέντε χιλιάδες
(5.000) ευρώ για κάθε εξαρτώμενο μέλος και μέχρι τρία (3) εξαρτώμενα μέλη. Για
την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, λαμβάνεται υπόψη το οικογενειακό εισόδημα
του αιτούντος φυσικού προσώπου, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει
δυνατότητα υποβολής φορολογικής δήλωσης.
iii) Οι καταθέσεις και τα επενδυτικά προϊόντα του
αιτούντος στην ημεδαπή και την αλλοδαπή, να έχουν συνολική αξία που δεν
υπερβαίνει τις δέκα πέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ κατά τον χρόνο υποβολής της
αίτησης του άρθρου 61. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, λαμβάνονται
υπόψη οι καταθέσεις και τα επενδυτικά προϊόντα του αιτούντος, του ή της συζύγου
του και των εξαρτώμενων μελών.
iv) Το σύνολο του ανεξόφλητου κεφαλαίου των επιδεκτικών
για τη συνεισφορά Δημοσίου οφειλών, στο οποίο συνυπολογίζονται
λογιστικοποιημένοι από τους πιστωτές τόκοι, κατά την ημερομηνία υποβολής της
αίτησης του άρθρου 61, να μην υπερβαίνει τις εκατόν τριάντα χιλιάδες (130.000)
ευρώ ανά πιστωτή. Αν η οφειλή έχει συνομολογηθεί σε άλλο, πλην του ευρώ,
νόμισμα, για τον καθορισμό του μέγιστου ορίου του προηγούμενου εδαφίου
λαμβάνεται υπόψη η ισοτιμία του αλλοδαπού νομίσματος με το ευρώ κατά την
τελευταία εργάσιμη ημέρα του προηγούμενου μήνα από την υποβολή της αίτησης του
άρθρου 61.
ν) Η οφειλή να μην έχει καταγγελθεί σε χρόνο που
εκτείνεται πριν τις 31.12.2018.
ΙΙ) Για νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις που απασχολούν
από έναν (1) μέχρι και εννέα (9) εργαζομένους σε ετήσια βάση και έχουν κύκλο
εργασιών έως δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ ή το σύνολο του ετήσιου
ισολογισμού δεν υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ, σύμφωνα με τις
τελευταίες οικονομικές καταστάσεις για τις οποίες υπήρχε υποχρέωση κατάρτισης,
βάσει του ευρωπαϊκού ορισμού των μικρών επιχειρήσεων:
i) Η ακίνητη περιουσία στην οποία δεν υφίσταται κανένα
εμπράγματο βάρος του αιτούντος να έχει συνολική αξία που δεν υπερβαίνει το ένα
εκατομμύριο διακόσιες πενήντα χιλιάδες (1.250.000) ευρώ.
ii) O ετήσιος κύκλος εργασιών ή το εισόδημα κατά
περίπτωση, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής
φορολογικής δήλωσης, ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού να μην υπερβαίνει τα
δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ.
iii) Οι καταθέσεις του αιτούντος στην ημεδαπή και την
αλλοδαπή, να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες πενήντα
χιλιάδες (550.000) ευρώ, ενώ τα επενδυτικά προϊόντα του να έχουν συνολική αξία
που δεν υπερβαίνει τις ογδόντα δύο χιλιάδες πεντακόσια (82.500) ευρώ, κατά τον
χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 61.
iv) Η οφειλή να μην έχει καταγγελθεί σε χρόνο που
εκτείνεται πριν τις 31.12.2018.
ΙΙΙ) για νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις που απασχολούν
από δέκα (10) μέχρι και σαράντα εννέα (49) εργαζομένους σε ετήσια βάση και
έχουν κύκλο εργασιών από δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ έως δέκα εκατομμύρια
(10.000.000) ευρώ ή έχουν σύνολο του ετήσιου ισολογισμού από δύο εκατομμύρια
(2.000.000) ευρώ έως δέκα εκατομμύρια (10.000.000) ευρώ, σύμφωνα με τις
τελευταίες οικονομικές καταστάσεις για τις οποίες υπήρχε υποχρέωση κατάρτισης,
βάσει του ευρωπαϊκού ορισμού των μικρών επιχειρήσεων:
i) Η ακίνητη περιουσία στην οποία δεν υφίσταται κανένα
εμπράγματο βάρος του αιτούντος να έχει συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα επτά
εκατομμύρια (7.000.000) ευρώ.
ii) O ετήσιος κύκλος εργασιών ή το εισόδημα κατά
περίπτωση, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής
φορολογικής δήλωσης, ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού να μην υπερβαίνει τα
δέκα εκατομμύρια (10.000.000) ευρώ.
iii) Οι καταθέσεις του αιτούντος στην ημεδαπή και την
αλλοδαπή, να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια
επτακόσιες πενήντα χιλιάδες (2.750.000) ευρώ, ενώ τα επενδυτικά προϊόντα του να
έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τις τετρακόσιες δώδεκα χιλιάδες
πεντακόσια (412.500) ευρώ, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 61.
iv) Η οφειλή να μην έχει καταγγελθεί σε χρόνο που
εκτείνεται πριν τις 31.12.2018.
IV) Τα νομικά πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων των ατομικών
επιχειρήσεων που απασχολούν από πενήντα (50) μέχρι και διακόσιους σαράντα εννέα
(249) εργαζομένους σε ετήσια βάση και έχουν κύκλο εργασιών από δέκα εκατομμύρια
(10.000.000) έως πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) ευρώ ή έχουν σύνολο ετήσιου
ισολογισμού από δέκα εκατομμύρια (10.000.000) έως σαράντα τρία εκατομμύρια
(43.000.000) ευρώ, σύμφωνα με τις τελευταίες οικονομικές καταστάσεις για τις
οποίες υπήρχε υποχρέωση κατάρτισης, βάσει του ευρωπαϊκού ορισμού των μεσαίων
επιχειρήσεων:
i) Η ακίνητη περιουσία στην οποία δεν υφίσταται κανένα
εμπράγματο βάρος του αιτούντος να έχει συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα
τριάντα πέντε εκατομμύρια (35.000.000) ευρώ.
ii) O ετήσιος κύκλος εργασιών ή το εισόδημα κατά
περίπτωση, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής
φορολογικής δήλωσης, να μην υπερβαίνει τα πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) ευρώ
ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού να μην υπερβαίνει τα σαράντα τρία
εκατομμύρια (43.000.000) ευρώ.
iii) Οι καταθέσεις του αιτούντος στην ημεδαπή και την
αλλοδαπή, να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα δέκα τρία εκατομμύρια
επτακόσιες πενήντα χιλιάδες (13.750.000) ευρώ, ενώ τα επενδυτικά προϊόντα του
να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια εξήντα δύο χιλιάδες
πεντακόσια (2.062.500) ευρώ, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 61.
ν) Η οφειλή να μην έχει καταγγελθεί σε χρόνο που
εκτείνεται πριν τις 31.12.2018.
στ) Εφόσον πρόκειται για μεσαίες επιχειρήσεις, να μην
αποτελούσαν προβληματικές επιχειρήσεις κατά την έννοια της παρ. 18 του άρθρου 2
του Κανονισμού (ΕΕ) 651/2014 της 17ης Ιουνίου 2014, κατά την 31η Δεκεμβρίου
2019, ή αν αποτελούσαν προβληματική επιχείρηση κατά την 31η Δεκεμβρίου 2019, να
μην αποτελούν προβληματική επιχείρηση κατά τη χορήγηση της ενίσχυσης.
ζ) Εφόσον πρόκειται για μικρές ή πολύ μικρές
επιχειρήσεις που ήταν ήδη προβληματικές κατά την 31η Δεκεμβρίου 2019:
ζα) να μην έχουν υπαχθεί σε συλλογική διαδικασία
αφερεγγυότητας και να μην έχουν λάβει ενίσχυση διάσωσης χωρίς να έχουν ακόμη
αποπληρώσει το δάνειο ή λύσει τη σύμβαση εγγύησης και
ζβ) να μην έχουν λάβει ενίσχυση αναδιάρθρωσης και να
μην υπόκεινται ακόμη σε σχέδιο αναδιάρθρωσης, κατά την έννοια των
κατευθυντηρίων γραμμών σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και
αναδιάρθρωση μη χρηματοπιστωτικών προβληματικών επιχειρήσεων (ΕΕ C 249 της
31.7.2014),
η) Να μην συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού της παρ. 1
του άρθρου 40 του ν. 4488/2017 (Α’137).
θ) Να μην εκκρεμεί σε βάρος τους εντολή ανάκτησης
προηγούμενης παράνομης και ασύμβατης κρατικής ενίσχυσης με βάση απόφαση της
Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΕΕ) ή του Δικαστηρίου (ΔΕΕ).
ι) Εφόσον πρόκειται για επιχείρηση, πρέπει να είναι
ενεργή, να υποβάλλει όλες τις φορολογικές δηλώσεις, να μην έχει πτωχεύσει, να
μην έχει υποβάλει αίτηση για πτώχευση, να μην έχει τεθεί σε αναγκαστική
διαχείριση, να μην έχει υποβληθεί αίτηση για θέση σε αναγκαστική διαχείριση και
εν γένει να μην έχει υπαχθεί σε οιαδήποτε διαδικασία αφερεγγυότητας βάσει του
εθνικού δικαίου, με εξαίρεση την περίπτωση όπου έχει επικυρωθεί συμφωνία
εξυγίανσης της επιχείρησης με δικαστική απόφαση, η οποία δεν έχει προσβληθεί με
ένδικα μέσα.
ια) Εφόσον δραστηριοποιούνται στη μεταποίηση και την
εμπορία γεωργικών προϊόντων, να μη μετακυλίουν τη λαμβανόμενη ενίσχυση εν μέρει
ή εξ ολοκλήρου σε πρωτογενείς παραγωγούς.
5. Ο χαρακτηρισμός των οφειλών ως εξυπηρετούμενων, μη
εξυπηρετούμενων ή καταγγελμένων και η επιλεξιμότητα του αιτούντος με βάση τις
προαναφερθείσες διακρίσεις των υποπερ. εα, εβ και εγ της περ. ε) της παρ. 4,
λαμβάνει χώρα ανά πιστωτή.
6. Η μεταβίβαση των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων
ή η ανάθεση της διαχείρισής τους σύμφωνα με τον ν. 4354/2015 (Α’ 176), καθώς
και η τιτλοποίησή τους σύμφωνα με τον ν. 3156/2003 (Α’ 157) ή τον ν. 4649/2019
(Α’ 206) και η υποκατάσταση εγγυητή ή εν γένει συνοφειλέτη σε αυτές δεν
εμποδίζουν τη ρύθμισή τους σύμφωνα με το παρόν.
7. Στην περίπτωση των ελευθέρων επαγγελματιών, εάν η
επιδεκτική συνεισφοράς του Δημοσίου οφειλή έχει υπαχθεί οριστικά στον ν.
3869/2010 (A’ 130), εφόσον εγκριθεί η συνεισφορά του παρόντος νόμου, ο
οφειλέτης παραιτείται του δικαιώματος να ζητήσει συνεισφορά του Δημοσίου,
σύμφωνα με τα εδάφια πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο της παρ. 2 του άρθρου 9 του
ν. 3869/2010. Οφειλέτες που έχουν υποβάλει αίτηση του άρθρου 4 του ν. 3869/2010,
η οποία εκκρεμεί σε πρώτο βαθμό, χωρίς να έχει συζητηθεί, μπορούν να υποβάλουν
την αίτηση του άρθρου 61. Αν οι αιτούντες ρυθμίσουν συναινετικά οποιαδήποτε από
τις οφειλές που είναι επιδεκτικές για την καταβολή συνεισφοράς Δημοσίου κατά
τον παρόντα νόμο, η δίκη του ν. 3869/2010 καταργείται ως προς τις οφειλές που
ρυθμίστηκαν συναινετικά.
Άρθρο 58 Ορισμοί
Για τις ανάγκες του παρόντος κεφαλαίου:
α) Ως «οφειλέτης» νοείται το νομικό και το φυσικό
πρόσωπο, ελεύθερος επαγγελματίας ή επιτηδευματίας, που έχει χρηματικές οφειλές
έναντι των χρηματοδοτικών φορέων, επιδεκτικές συνεισφοράς βάσει του παρόντος
νόμου και αφορά, τόσο τον άμεσα αντισυμβαλλόμενο ως πρωτοφειλέτη σε σύμβαση με
πιστωτικό ίδρυμα και άλλο χρηματοδοτικό φορέα, όσο και τους ενεχόμενους εις
ολόκληρον ως συνοφειλέτες, ή εγγυητές.
β) Ως «χρηματοδοτικός φορέας» νοείται το πιστωτικό ή
χρηματοδοτικό ίδρυμα, συμπεριλαμβανομένου και αυτού που τελεί υπό ειδική
εκκαθάριση, καθώς και η εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και
πιστώσεις του άρθρου 1 του ν. 4354/2015 (Α’ 176), εφόσον τελεί υπό την εποπτεία
της Τράπεζας της Ελλάδος ή του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού. Πιστωτής, ο οποίος
απέκτησε απαιτήσεις επιδεκτικές ρύθμισης με μεταβίβαση, σύμφωνα με το άρθρο 3
του ν. 4354/2015, συμμετέχει στη διαδικασία του παρόντος κεφαλαίου μόνο μέσω
της εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, στην οποία έχει
ανατεθεί η διαχείριση σύμφωνα με την περ. γ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.
4354/2015. Πιστωτής, ο οποίος απέκτησε απαιτήσεις επιδεκτικές ρύθμισης με τιτλοποίηση,
σύμφωνα με τον ν. 3156/2003 (Α’ 157), συμμετέχει στη διαδικασία του παρόντος
μόνο μέσω του προσώπου, στο οποίο έχει ανατεθεί η διαχείρισή τους, σύμφωνα με
την παρ. 14 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003.
γ) Ως «οφειλή» ή «οφειλές» νοούνται η πάσης φύσεως
οφειλή ή οι πάσης φύσεως οφειλές του οφειλέτη προς χρηματοδοτικό φορέα που
σχετίζονται με την επιχειρηματική του δραστηριότητα και υφίστανται την
31η.12.2020.
δ) ως «ενεργό» νομικό πρόσωπο ή επιχείρηση,
συμπεριλαμβανομένης της ατομικής, νοείται το νομικό πρόσωπο ή η επιχείρηση που
παρουσιάζει ενεργή δραστηριότητα, σύμφωνα με τα τηρούμενα στοιχεία της
Φορολογικής Διοίκησης.
δ) Ο όρος «σύζυγος» περιλαμβάνει και τον
αντισυμβαλλόμενο σε σύμφωνο συμβίωσης του ν. 4356/2015 (Α’ 181) ή του ν.
3719/2008 (Α’ 241).
ε) Ως «εξαρτώμενα μέλη» νοούνται τα πρόσωπα που
ορίζονται στο άρθρο 11 του ν. 4172/2013 (Α’ 167).
στ) Ως «εισόδημα» νοείται το εισόδημα του νομικού
προσώπου ή του φυσικού προσώπου ελεύθερου επαγγελματία ή επιτηδευματία από
οποιαδήποτε πηγή που αναφέρεται στα οικεία φορολογικά στοιχεία και δηλώσεις για
τις οποίες υφίσταται υποχρέωση υποβολής. ζ) Ως «οικογενειακό εισόδημα» νοείται
το άθροισμα των εισοδημάτων του αιτούντος, του συζύγου του και των εξαρτώμενων
μελών, μειωμένο κατά τους αναλογούντες φόρους, την ειδική εισφορά αλληλεγγύης
του άρθρου 43Α του ν. 4172/2013 και το τέλος επιτηδεύματος του άρθρου 31 του ν.
3986/2011 (Α’ 152). Στο «οικογενειακό εισόδημα» συμπεριλαμβάνονται και τα αφορολόγητα, καθώς και τα
αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά. Σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, η
οποία έχει δηλωθεί στη Φορολογική Διοίκηση πριν την υποβολή της αίτησης,
λαμβάνεται υπόψη το ατομικό εισόδημα του αιτούντος, προσαυξημένο σύμφωνα με τα
ποσά που προβλέπονται για τα εξαρτώμενα μέλη, που έχει στην επιμέλειά του ο
αιτών.
η) Ως «επενδυτικά προϊόντα» νοούνται τα μέσα
χρηματαγοράς κατά την παρ. 17 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 (Α’ 14) και οι κινητές αξίες κατά
την παρ. 44 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018.
θ) Ως «μηνιαία δόση» ορίζεται η δόση εξυπηρέτησης των
επιλέξιμων οφειλών, όπως καθορίζονται στη συμφωνία μεταξύ του χρηματοδοτικού
φορέα και του οφειλέτη και διαβιβάζονται στην ηλεκτρονική πλατφόρμα.
ι) Ως «ηλεκτρονική πλατφόρμα» ορίζεται η ηλεκτρονική
πλατφόρμα του άρθρου 60.
ια) Ως «σύμβουλος» ορίζεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο
που επιλέγει ο οφειλέτης, εφόσον επιθυμεί και αναλαμβάνει τις διαδικασίες
υποστήριξης του οφειλέτη, κατά το στάδιο της αίτησης στην ηλεκτρονική πλατφόρμα
και τη ρύθμιση των οφειλών. Σύμβουλος θεωρείται, ενδεικτικά, ο δικηγόρος,
λογιστής – φοροτεχνικός, οικονομολόγος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο με
επιστημονική ειδικότητα, γνώσεις και εμπειρία για τη διενέργεια των
απαιτούμενων διαδικασιών και την επαρκή υποστήριξη του οφειλέτη στη διαδικασία.
ιβ) Ως «εργαζόμενος σε ετήσια βάση» νοείται ο
απασχολούμενος που εργάστηκε συνεχώς για ένα (1) έτος, ο οποίος αντιστοιχεί σε
μία (1) ετήσια μονάδα εργασίας (ΕΜΕ). Οι εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης, οι
εποχιακοί εργαζόμενοι και τα άτομα που δεν εργάστηκαν ολόκληρο το έτος,
νοούνται ως κλάσματα μιας ΕΜΕ, αφού γίνεται αναγωγή του χρονικού διαστήματος
εργασίας τους σε ετήσια βάση σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 5 του Παραρτήματος Ι του Κανονισμού (ΕΕ) 651/2014 της
17ης Ιουνίου 2014.
ιγ) Ως «ατομικές επιχειρήσεις» νοούνται οι
αυτοαπασχολούμενοι, οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι ατομικοί επιτηδευματίες και
οι εταίροι με ή χωρίς ατομική επιχείρηση.
ιδ) Ως «πολύ μικρή επιχείρηση» ορίζεται η επιχείρηση η
οποία απασχολεί από έναν (1) έως και εννέα (9) εργαζομένους και της οποίας ο
ετήσιος κύκλος εργασιών ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού δεν υπερβαίνει τα
δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ, σύμφωνα με τα ειδικότερα προβλεπόμενα στο
Παράρτημα Ι του Κανονισμού (ΕΕ) 651/2014 της Επιτροπής της 17ης Ιουνίου 2014 .
ιε) Ως «μικρή επιχείρηση» ορίζεται η επιχείρηση η οποία
απασχολεί από δέκα (10) έως και σαράντα εννέα (49) εργαζομένους και της οποίας
ο ετήσιος κύκλος εργασιών ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού δεν υπερβαίνει τα
δέκα εκατομμύρια (10.000.000) ευρώ, σύμφωνα με τα ειδικότερα προβλεπόμενα στο
Παράρτημα Ι του Κανονισμού (ΕΕ) 651/2014 της Επιτροπής της 17ης Ιουνίου 2014 .
ιστ) Ως «μεσαία επιχείρηση» ορίζεται η επιχείρηση που
απασχολεί από πενήντα (50) έως και διακόσιους σαράντα εννέα (249) εργαζομένους
και της οποίας ο ετήσιος κύκλος εργασιών δεν υπερβαίνει τα πενήντα εκατομμύρια
(50.000.000) ευρώ ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού δεν υπερβαίνει τα σαράντα
τρία εκατομμύρια (43.000.000) ευρώ, σύμφωνα με τα ειδικότερα προβλεπόμενα στο
Παράρτημα Ι του Κανονισμού (ΕΕ) 651/2014 της Επιτροπής της 17ης Ιουνίου 2014.
ιζ) Η «προβληματική επιχείρηση» έχει την έννοια που της
αποδίδεται στο σημείο 18 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 651/2014 της
Επιτροπής της 17ης Ιουνίου 2014.
ιη) «Ενιαία επιχείρηση» νοείται ότι συνιστούν οι
συνδεδεμένες μεταξύ τους επιχειρήσεις, ήτοι οι επιχειρήσεις που διατηρούν
μεταξύ τους μία από τις ακόλουθες σχέσεις:
i) μια επιχείρηση κατέχει την πλειοψηφία των
δικαιωμάτων ψήφου των μετόχων ή των εταίρων άλλης επιχείρησης,
ii) μια επιχείρηση έχει το δικαίωμα να διορίζει ή να
παύει την πλειοψηφία των μελών του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού
οργάνου άλλης επιχείρησης,
iii) μια επιχείρηση έχει το δικαίωμα να ασκεί
κυριαρχική επιρροή σε άλλη επιχείρηση βάσει σύμβασης που έχει συνάψει με αυτήν
ή δυνάμει ρήτρας του καταστατικού της τελευταίας,
iv) μια επιχείρηση που είναι μέτοχος ή εταίρος άλλης
επιχείρησης ελέγχει μόνη της, βάσει συμφωνίας που έχει συνάψει με άλλους
μετόχους ή εταίρους της εν λόγω επιχείρησης, την πλειοψηφία των δικαιωμάτων
ψήφου των μετόχων ή των εταίρων αυτής της επιχείρησης.
Ως «ενιαία επιχείρηση» θεωρούνται επίσης οι
επιχειρήσεις που διατηρούν μια από τις ως άνω σχέσεις μέσω μιας ή περισσότερων
άλλων επιχειρήσεων, ή μέσω φυσικού προσώπου ή ομάδας φυσικών προσώπων που
ενεργούν από κοινού.
ιθ) Ως «προσωρινό πλαίσιο» νοείται η υπ’ αρ.
19.3.2020/C(2020) 1863 ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Άρθρο 59 Προσδιορισμός αξίας περιουσιακών στοιχείων
Για να κριθεί η επιλεξιμότητα του αιτούντος, σύμφωνα με
το στοιχείο i των υποπερ. εα ως εγ της περ. ε της παρ. 4 του άρθρου 57, ως αξία
της συνολικής ακίνητης περιουσίας λογίζεται η φορολογητέα αξία αυτής για τον
υπολογισμό του συμπληρωματικού ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.),
σύμφωνα με τον ν. 4223/2013 (Α’ 287), όπως αυτή προκύπτει από την τελευταία
πράξη προσδιορισμού φόρου, εξαιρουμένων των γηπέδων εκτός σχεδίου πόλης και
οικισμού, για τα οποία δεν προσδιορίζεται αξία Ε.Ν.Φ.Ι.Α.. Στις περιπτώσεις
όπου αναφέρεται ρητώς ότι δεν λαμβάνεται υπόψη η αξία των ακινήτων στα οποία
υφίσταται εμπράγματο βάρος ή άλλη εξασφάλιση, αυτά εξαιρούνται από τον
υπολογισμό της αξίας της ακίνητης περιουσίας.
Διαβάστε περισσότερα για το πρόγραμμα ΕΔΩ

Exit mobile version