Fitch: Επιβεβαίωσε το αξιόχρεο της Ελλάδας στη βαθμίδα BBB+ με σταθερές προοπτικές - enikonomia.gr

Fitch: Επιβεβαίωσε το αξιόχρεο της Ελλάδας στη βαθμίδα BBB+ με σταθερές προοπτικές

Fitch

Ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Fitch επιβεβαίωσε το αξιόχρεο της Ελλάδας στη βαθμίδα BBB+, διατηρώντας τις σταθερές προοπτικές για την ελληνική οικονομία.

Ο οίκος είχε αναβαθμίσει τον περασμένο Νοέμβριο την Ελλάδα εντός της επενδυτικής βαθμίδας. Στη νέα ανακοίνωσή του, ο Fitch αναφέρει ότι η αξιολόγηση βασίζεται στο υψηλότερο επίπεδο του κατά κεφαλήν εισοδήματος της Ελλάδας σε σχέση με τον μέσο όρο των χωρών που βρίσκονται στη βαθμίδα BBB.

Παράλληλα, ο οίκος επισημαίνει ότι οι δείκτες διακυβέρνησης της χώρας είναι ελαφρώς υψηλότεροι από τον μέσο όρο της συγκεκριμένης κατηγορίας. Η Fitch σημειώνει επίσης ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα αξιόπιστο πλαίσιο οικονομικής πολιτικής, το οποίο ενισχύεται από τη συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην ευρωζώνη.

«Η δημοσιονομική και μακροοικονομική προσαρμογή έχει επιταχυνθεί τα τελευταία χρόνια, ενισχύοντας τα θεμελιώδη μεγέθη και την αξιοπιστία της πολιτικής. Αυτά τα πλεονεκτήματα αντισταθμίζονται από τις συνέπειες της κρίσης του δημόσιου χρέους, ιδίως το πολύ υψηλό αλλά σταθερά μειούμενο βάρος του δημόσιου χρέους, τη σημαντική απώλεια οικονομικής παραγωγής, τις επίμονες εξωτερικές ανισορροπίες και τις ενδεχόμενες υποχρεώσεις του τραπεζικού τομέα», αναφέρει ο Fitch.

Σύμφωνα με τον οίκο αξιολόγησης, η ελληνική οικονομία έχει ενισχύσει τα τελευταία χρόνια τα θεμελιώδη μεγέθη της και την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής. Ωστόσο, η Fitch τονίζει ότι η χώρα εξακολουθεί να επηρεάζεται από τις συνέπειες της κρίσης δημόσιου χρέους.

Το υψηλό δημόσιο χρέος, η απώλεια ΑΕΠ, οι εξωτερικές ανισορροπίες και οι πιθανές υποχρεώσεις του τραπεζικού τομέα παραμένουν παράγοντες που επιβαρύνουν την αξιολόγηση της χώρας. Παρά τα προβλήματα αυτά, η διατήρηση της βαθμίδας BBB+ και των σταθερών προοπτικών δείχνει ότι ο οίκος βλέπει συνέχεια στη δημοσιονομική προσαρμογή και σταθερότητα στην οικονομική πολιτική της Ελλάδας.

Κύριοι παράγοντες που επηρεάζουν την αξιολόγηση

«Προβλέπουμε ελαφρώς χαμηλότερη ανάπτυξη το 2026, κυρίως λόγω των αρνητικών επιπτώσεων από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, αλλά η οικονομία θα επωφεληθεί από το τελευταίο έτος του επενδυτικού προγράμματος της ΕΕ «Next Generation EU». Μεσοπρόθεσμα, αναμένουμε σταδιακή σύγκλιση των εισοδημάτων με τις άλλες χώρες της ευρωζώνης, με βάση εκτιμώμενο ρυθμό δυνητικής ανάπτυξης 2%. Η εγχώρια ζήτηση θα παραμείνει ο βασικός μοχλός ανάπτυξης, υποστηριζόμενη από τη σταδιακή βελτίωση των ισολογισμών των νοικοκυριών, τη σταθερή αύξηση της απασχόλησης και τις υψηλότερες επενδύσεις», σημειώνει ο Fitch.

Το τρέχον μέσο έλλειμμα των χωρών με αξιολόγηση BBB ανέρχεται στο 3,1% του ΑΕΠ, ενώ το συνολικό έλλειμμα της ευρωζώνης ανήλθε σε 2,9% του ΑΕΠ το 2025. Η ισχυρή δημοσιονομική επίδοση στηρίχθηκε στα διαρθρωτικά υψηλότερα έσοδα, λόγω της βελτιωμένης είσπραξης φόρων και του αυστηρού ελέγχου των δαπανών.

«Προβλέπουμε μικρότερο δημοσιονομικό πλεόνασμα το 2026, λόγω κάποιας δημοσιονομικής χαλάρωσης, συμπεριλαμβανομένων προσωρινών και κυρίως στοχευμένων μέτρων στήριξης από την ενεργειακή κρίση. Δεν αναμένουμε η κυβέρνηση να εφαρμόσει μεγάλη δημοσιονομική χαλάρωση πριν από τις εκλογές, παρά το σημαντικό δημοσιονομικό περιθώριο».

«Θεωρούμε αυτή τη δέσμευση ως ιδιαίτερα αξιόπιστη, καθώς έχει σημειώσει ισχυρό προηγούμενο κατά την περίοδο μετά την πανδημία και στηρίζεται από την ευρεία κοινωνική συναίνεση για υγιείς δημοσιονομικές πολιτικές. Τον Ιούλιο του 2025, το κοινοβούλιο ενέκρινε με μεγάλη πλειοψηφία έναν εγχώριο δημοσιονομικό κανόνα που καθιστά υποχρεωτική μια ισοσκελισμένη πρωτογενή δημοσιονομική θέση».

«Αναμένουμε ότι το χρέος θα συνεχίσει να μειώνεται γρήγορα μεσοπρόθεσμα, προσεγγίζοντας το 120% έως το 2030 στο βασικό μας σενάριο, με στήριξη από τη σταθερή αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ και σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα μετά το 2027. Τα ταμειακά μαξιλάρια παραμένουν σε υψηλά επίπεδα-ρεκόρ, επιτρέποντας την πρόωρη αποπληρωμή διμερών δανείων και την κάλυψη χρέους που λήγει κατά τα επόμενα τρία χρόνια».

Η υποκείμενη διαφορά μεταξύ ρυθμού ανάπτυξης και επιτοκίου παραμένει ευνοϊκή, καθώς το μέσο επιτόκιο του χρέους ανέρχεται σε περίπου 1,5%, επίπεδο πολύ χαμηλότερο από τον εκτιμώμενο ρυθμό αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ κατά 4%.

Ο μέσος όρος του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών από το 2023 και μετά είναι περίπου 6% του ΑΕΠ, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τον τρέχοντα μέσο όρο των χωρών με βαθμίδα BBB, που βρίσκεται στο 0,2%. Δομικά, το χαμηλό ποσοστό αποταμίευσης αποτελεί τον βασικό λόγο για το σημαντικό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, ενώ οι επενδύσεις με έντονο εισαγωγικό περιεχόμενο αναμένεται να εντείνουν την πίεση μεσοπρόθεσμα.

«Η συμμετοχή στην Ευρωζώνη μετριάζει τους εξωτερικούς χρηματοοικονομικούς κινδύνους και δεν αναμένουμε καμία διαταραχή στις εξωτερικές κεφαλαιακές ροές», αναφέρει ο Fitch.

Σύμφωνα με τον οίκο, η βελτίωση συνδέεται με τη μεγαλύτερη περίοδο σταθερής δημιουργίας κερδών, την ολοκλήρωση των περισσότερων διαδικασιών εξυγίανσης του ενεργητικού, τη θωράκιση των κεφαλαιακών θέσεων και τη σταθερή καταθετική βάση χρηματοδότησης. Ο Fitch αναμένει ότι ο τραπεζικός τομέας θα ωφεληθεί από την ανθεκτική οικονομική ανάπτυξη, τη διατηρούμενη επιχειρηματική ανάπτυξη και τη σταδιακή ανάκαμψη στον λιανικό τομέα.

Οι DTCs παραμένουν ενδεχόμενη υποχρέωση για το Δημόσιο, η οποία δεν υπάρχει στις άλλες χώρες της ευρωζώνης. Ωστόσο, τα πρόσφατα σχέδια των τραπεζών για επιτάχυνση της απόσβεσής τους αναμένεται να βοηθήσουν στην ομαλοποίηση των κεφαλαιακών τους δομών. Επιπλέον, οι εγγυήσεις του Δημοσίου για τα ομόλογα στο πλαίσιο του προγράμματος «Ηρακλής», που στοχεύει στην επιτάχυνση της μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων στο τραπεζικό σύστημα, ανέρχονταν σε περίπου 18 δισ. ευρώ ή 8% του ΑΕΠ στο τέλος του 2025.

Η συνολική εικόνα που αποτυπώνει η Fitch είναι ότι η Ελλάδα διατηρεί ισχυρά σημεία στην οικονομική πολιτική, στη δημοσιονομική διαχείριση και στην πορεία αποκλιμάκωσης του χρέους. Την ίδια ώρα, ο οίκος επισημαίνει ότι το υψηλό δημόσιο χρέος, οι εξωτερικές ανισορροπίες και οι δεσμοί κράτους-τραπεζών παραμένουν βασικές προκλήσεις για την ελληνική οικονομία.

Exit mobile version