Κατώτατος μισθός: Πώς “υποδέχτηκε” η αγορά τη νέα αύξηση

Την ανακοίνωση του Πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη για την νέα αύξηση του κατώτατου μισθού στα 713 ευρώ σχολίασε η αγορά.

Από την 1η Μαΐου ο κατώτατος μισθός αυξάνεται κατά 50 ευρώ τον μήνα, από τα 663 στα 713 ευρώ, κάτι που ισοδυναμεί με συνολική αύξηση 9,7% σε σχέση με το 2021, τόνισε ο Πρωθυπουργός. Οι περισσότεροι φορείς της αγοράς βλέπουν θετικά την αύξηση του κατώτατου μισθού.
ΒΕΑ: Θετική η αύξηση του κατώτατου μισθού – Χωρίς τα αναγκαία αντίμετρα για τη στήριξη των μικρομεσαίων

Υπέρ της αύξησης του κατώτατου μισθού στα 713 ευρώ και του κατώτατου ημερομισθίου στα 31,85 ευρώ, με στόχο την στήριξη των 650.000 χαμηλά αμειβόμενων πολιτών της χώρας τάσσεται το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο της Αθήνας (ΒΕΑ).

“Σωρευτικά, ο κατώτατος μισθός, αυξήθηκε από την 1η Ιανουαρίου κατά 9,7% από 650 ευρώ στα 713 ευρώ.

Όμως, δεν είμαστε βέβαιοι ότι η αύξηση του εισοδήματος όσων αμείβονται με τα κατώτατα όρια, σε αυτή τη δύσκολη οικονομική συγκυρία, με την εκτόξευση του κόστους ενέργειας και των τιμών βασικών καταναλωτικών αγαθών, θα ενισχύσει την αγοραστική τους δύναμη και θα επιστρέψει στην κατανάλωση. Απεναντίας, η μηνιαία ενίσχυση των 50 ευρώ το μήνα, θα χαθεί στην αποπληρωμή του τιμολογίου του ρεύματος, στο κόστος μετακίνησης, αλλά και στην αγορά βασικών ειδών διατροφής.

Την ίδια στιγμή επίσης, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε, ότι οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες, θα επιβαρυνθούν με επιπλέον μισθολογικό κόστος. Ο κάθε εργοδότης θα κληθεί να καταβάλει 63 ευρώ επιπλέον, για κάθε εργαζόμενο το μήνα, με αποτέλεσμα έως το τέλος του 2022, να επιβαρυνθεί με 504 ευρώ, ενώ εάν συνυπολογιστεί και η αύξηση από την 1η Ιανουαρίου, η επιβάρυνση φτάνει τα 556 ευρώ έως το τέλος της χρονιάς, σε σχέση με το 2021 (χωρίς να συνυπολογιστούν οι επιπλέον αμοιβές για τον 13ο και 14ο μισθό). Μια μικρομεσαία επιχείρηση με 5 άτομα αμειβόμενα με τον κατώτατο μισθό για το 2022, θα κληθεί να καταβάλει επιπλέον 2.780 ευρώ”, σημειώνεται στην ανακοίνωση του ΒΕΑ.

“Χιλιάδες ευάλωτες μικρομεσαίες επιχειρήσεις υποχρεούνται στο εξής, να καταβάλουν αισθητά αυξημένες αποδοχές στους εργαζομένους τους – μαζί με τις αναλογικά υψηλότερες ασφαλιστικές εισφορές.

Το Β.Ε.Α έχει ζητήσει κατ’ επανάληψη από την κυβέρνηση, η αύξηση του κατώτατου μισθού να συνδυαστεί με την μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, ή των φορολογικών βαρών, προκειμένου να αποφευχθούν φαινόμενα στάσης πληρωμών ασφαλιστικών εισφορών και φόρων, απολύσεων, αλλά και λουκέτων. Η εκτόξευση του λειτουργικού κόστους των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, θα είναι δυσβάστακτη για χιλιάδες επιχειρηματίες, εάν η κυβέρνηση δεν συνεχίσει την επιδότηση του ενεργειακού κόστους και δεν προχωρήσει σε νέες παρεμβάσεις για τη μείωσή του, με στόχο την διατήρηση τουλάχιστον των υπαρχουσών θέσεων εργασίας, με την ταυτόχρονη διατήρηση συμβάσεων πλήρους απασχόλησης και όχι την μετατροπή τους σε ευέλικτες μορφές”, προστίθεται .

Χατζηθεοδοσίου: Ναι στην αύξηση του κατώτατου μισθού, αλλά με μείωση του μη μισθολογικού κόστους

Κίνηση προς την σωστή κατεύθυνση είναι η αύξηση του κατώτατου μισθού, καθώς ενισχύει το εισόδημα των χαμηλόμισθων και ταυτόχρονα μπορεί να δώσει “ανάσα” στην αγορά, σημειώνει ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου. Προσθέτει όμως ότι, οποιαδήποτε αυξητική μεταβολή του κατώτατου μισθού θα πρέπει να συνδυάζεται με ταυτόχρονη μείωση του μη μισθολογικού κόστους καθώς η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα δίνει αγώνα επιβίωσης λόγω του αυξημένου κόστους λειτουργίας της.

Συγκεκριμένα ο κ. Χατζηθεοδοσίου δήλωσε:

“Η αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 50 ευρώ το μήνα είναι μία κίνηση προς την σωστή κατεύθυνση καθώς ενισχύει το εισόδημα των χαμηλόμισθων και ταυτόχρονα μπορεί να δώσει «ανάσα» στην αγορά.

Ειδικά το τελευταίο διάστημα που οι τζίροι των μικρομεσαίων επιχειρήσεων έχουν μειωθεί κατά πολύ εξαιτίας των πληθωριστικών πιέσεων και των συνεχών ανατιμήσεων, είναι εξαιρετικά σημαντικό να υπάρχει δυνατότητα κατανάλωσης από τους πολίτες.

Αυτή είναι όμως η μία πλευρά του νομίσματος, καθώς υπάρχει και μία δεύτερη που αφορά στα επιπλέον βάρη που επωμίζονται οι επιχειρήσεις, σε μία στιγμή μάλιστα που ζητάνε ενίσχυση για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης.

Το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών έχει τονίσει ότι η οποιαδήποτε αυξητική μεταβολή του κατώτατου μισθού θα πρέπει να συνδυάζεται με ταυτόχρονη μείωση του μη μισθολογικού κόστους που παραμένει ένα από τα υψηλότερα στην Ευρώπη.

Σήμερα που η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα δίνει αγώνα επιβίωσης λόγω του αυξημένου κόστους λειτουργίας, απαιτούνται στοχευμένα μέτρα που θα μειώσουν τα βάρη και θα δώσουν προοπτικές βιωσιμότητας στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

Για παράδειγμα, δεν μπορεί να υπάρχουν πλέον μνημονιακές φορολογικές επιβαρύνσεις ή φόροι που αυξήθηκαν κατά τη μνημονιακή περίοδο. Αναφέρομαι στο τέλος επιτηδεύματος και της εισφοράς αλληλεγγύης που πιστεύουμε ότι ήρθε η ώρα να καταργηθούν και ταυτόχρονα να επανέλθει το αφορολόγητο για τις ατομικές επιχειρήσεις και η προκαταβολή φόρου σε προηγούμενα χαμηλότερα επίπεδα.

Την ώρα που το ενεργειακό κόστος πιέζει ασφυκτικά τους μικρομεσαίους και οι συνεχείς ανατιμήσεις φέρνουν τους πολίτες στα όρια τους, είναι αναγκαίο να υπάρξουν μέτρα ελάφρυνσης των επιχειρήσεων ώστε να συνεχίσουν να λειτουργούν και να προσφέρουν θέσεις απασχόλησης και έσοδα στα δημόσια ταμεία”.

Καββαθάς: Θετική για την αγορά κάθε παρέμβαση ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζομένων-καταναλωτών

Θετική είναι κάθε παρέμβαση ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζομένων-καταναλωτών, είπε ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ Γιώργος Καββαθάς για τον κατώτατο μισθό και πρόσθεσε πως η αγορά περιμένει, το αμέσως επόμενο διάστημα, η κυβέρνηση να προχωρήσει σε μέτρα στήριξης για τη μείωση του ενεργειακού κόστους και του ΦΠΑ, για την ενίσχυση της ρευστότητας των επιχειρήσεων, αλλά και τη περαιτέρω μείωση των εργοδοτικών εισφορών.

Αναλυτικά, ο πρόεδρος δήλωσε τα εξής: “Κάθε παρέμβαση ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζομένων-καταναλωτών είναι θετική για την αγορά. Συνεπώς η απόφαση της Κυβέρνησης να επισπεύσει την αύξηση του κατώτατου μισθού από την 1η Mαΐου κατά 50 ευρώ από τα 663 στα 713 ευρώ σε 650.000 εργαζόμενους, θα ανακουφίσει τα νοικοκυριά και θα ενισχύσει την αγοραστική τους δύναμη. Ωστόσο δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σε μία δύσκολη εποχή για τις επιχειρήσεις, αυτές επωμίζονται ένα επιπλέον κόστος, την ίδια ώρα που η απόφαση αύξησης του κατώτατου μισθού είναι δημοσιονομικά ουδέτερη.

Προφανώς λοιπόν και με δεδομένο ότι η Κυβέρνηση έχει περιθώρια παρέμβασης αναμένουμε το αμέσως επόμενο διάστημα να προχωρήσει σε μέτρα στήριξης για τη μείωση του ενεργειακού κόστους και του ΦΠΑ, για την ενίσχυση της ρευστότητας των επιχειρήσεων, αλλά και τη περαιτέρω μείωση των εργοδοτικών εισφορών, ώστε η αγορά να μπορέσει να ανταπεξέλθει και τελικά η αύξηση του κατώτατου μισθού να ωφελήσει τόσο τα νοικοκυριά, όσο και τις επιχειρήσεις. Σε διαφορετική περίπτωση είναι ορατός ο κίνδυνος εκτίναξης της αδήλωτης εργασίας ή/ και μετακύλισης του κόστους στον καταναλωτή ως ύστατες πράξεις επιβίωσης των επιχειρήσεων”.

Γιάννης Μπρατάκος: Καίρια κυβερνητική παρέμβαση η αύξηση του κατώτατου μισθού

Καίρια είναι η κυβερνητική παρέμβαση η αύξηση του κατώτατου μισθού, επισημαίνει ο πρόεδρος του ΕΒΕΑ, Γιάννης Μπρατάκος μετά τα όσα ανακοίνωσε χθες ο Πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης. Αναλυτικά, ο κ.Μπρατάκος προέβη στην ακόλουθη δήλωση:
“Η αύξηση του κατώτατου μισθού είναι μια καίρια κυβερνητική παρέμβαση για τη θωράκιση των νοικοκυριών. Το προσαυξημένο εισόδημα των εργαζομένων, όχι μόνο θα μειώσει την οικονομική τους επισφάλεια, αλλά και θα ενισχύσει την αγοραστική τους δύναμη, τονώνοντας τελικά την αγορά. Οι προσπάθειες της κυβέρνησης δεν θα πρέπει να σταματήσουν εδώ. Η
μακροπρόθεσμη και βιώσιμη ανάπτυξη, που αποτελεί πάγιο αίτημα της επιμελητηριακής κοινότητας, θα ευνοηθεί από την εφαρμογή επιπλέον μέτρων, που θα εξασφαλίσουν και τον κόσμο των επιχειρήσεων, έναντι των αρνητικών οικονομικών συνθηκών που έχουν προκύψει από τις πρωτοφανείς περιστάσεις.
Η μείωση των εργοδοτικών εισφορών, που έχει ήδη αναγγελθεί από τον πρωθυπουργό, όχι μόνο θα αντισταθμίσει την αύξηση στον κατώτατο μισθό, αλλά και θα οδηγήσει σε αμοιβαία οικονομικά οφέλη, τόσο για τους εργαζόμενους, όσο και για τις επιχειρήσεις. Επιπροσθέτως, η ορθολογική διαχείριση των κριτηρίων επιδότησης για τους νεοπροσληφθέντες, αναλόγως του κλάδου και της έδρας του εργοδότη, μπορεί να λειτουργήσει προτρεπτικά στις νέες προσλήψεις, μειώνοντας την ανεργία και το φαινόμενο των πολλαπλών κενών θέσεων εργασίας και αναστέλλοντας τις τυχόν επιφυλάξεις των εργοδοτών εξ’ αιτίας του υψηλότερου εργοδοτικού κόστους. Η κοινωνία και η οικονομία πρέπει να συνεχίσουν να συμβαδίζουν συμμετρικά και ισόρροπα. Με αυτόν τον τρόπο μόνο, θα επιτευχθεί ο κοινός στόχος για βιώσιμη και κοινωνικά δίκαιη ανάπτυξη”.


Exit mobile version