Σταϊκούρας: Τι θα ισχύσει για την προστασία της πρώτης κατοικίας – Νέο πρόγραμμα στήριξης δανειοληπτών

Κατά την εξειδίκευση των οικονομικών μέτρων για τον κορονοϊό, ο υπουργός Οικονομικών, Χρήστος Σταϊκούρας αναφέρθηκε στην παράταση προστασίας της πρώτης κατοικίας που είχε ανακοινώσει το μεσημέρι στη Βουλή ο πρωθυπουργός.

«Παρατείνεται η προστασία Α’ Κατοικίας για τρεις ακόμη μήνες», επισήμανε αρχικά ο κ. Σταϊκούρας. «Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμες ορισμένες παρατηρήσεις: Ο υφιστάμενος Νόμος για την προστασία της πρώτης κατοικίας ψηφίστηκε την 1η Απριλίου 2019 και ενεργοποιήθηκε τον Ιούλιο του 2019. Ο Νόμος αυτός προστατεύει την πρώτη κατοικία για όσους είχαν «κόκκινο δάνειο» μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2018.Τους μεταγενεστέρους «κόκκινους δανειολήπτες» δεν τους προστατεύει. Ο Νόμος αυτός έληγε, με απόφαση της προηγούμενης Κυβέρνησης, στις 31.12.2019. Η σημερινή Κυβέρνηση πέτυχε την παράταση του Νόμου για 4 ακόμη μήνες», είπε ο κ. Σταϊκούρας και συνέχισε: «Εντούτοις, παρά τις πολλές και σημαντικές βελτιώσεις που επήλθαν στο μεσοδιάστημα, νομοθετικές και λειτουργικές, και την άμεση ενεργοποίηση της κρατικής επιδότησης για την προστασία των ευάλωτων συμπατριωτών μας, το πλαίσιο προστασίας δεν έχει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Συγκεκριμένα, μέχρι τέλος Μαρτίου, υποβλήθηκαν στην πλατφόρμα μόλις 3.198 αιτήσεις, όταν οι δυνητικοί δικαιούχοι, σύμφωνα με τα στοιχεία των τραπεζικών ιδρυμάτων, είναι περίπου 90.000. Την ίδια χρονική περίοδο, δηλαδή από τον Ιούλιο του 2019 μέχρι τον Μάρτιο του 2020, ρυθμίστηκαν διμερώς, με τράπεζες και διαχειριστές δανείων, συνολικά, περίπου 210.000 δάνεια. Η κουλτούρα πληρωμών πρέπει να διατηρηθεί και να ενισχυθεί! Συνυπολογίζοντας όμως ότι, εξαιτίας της υγειονομικής κρίσης, οι δυνητικοί δικαιούχοι αδυνατούν να υλοποιήσουν τις διαδικασίες υποβολής αίτησης, καθώς και τη νέα οικονομική πραγματικότητα, η Κυβέρνηση ενσωμάτωσε στην δρομολογούμενη Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου διάταξη για την παράταση του υφιστάμενου πλαισίου, μέχρι τέλος Ιουλίου. Ώστε να δώσουμε μια τελευταία ευκαιρία αξιοποίησής του σε όσους το επιθυμούν. Παράλληλα, δρομολογείται και θα υλοποιηθεί ένα νέο πρόγραμμα υποστήριξης δανειοληπτών. Πρόγραμμα στο οποίο το Κράτος θα επιδοτεί, για ορισμένο χρονικό διάστημα, σημαντικό μέρος των μηνιαίων δόσεων όσων πλήττονται από τις συνέπειες του κορονοϊού, και έχουν δάνεια με υποθήκη στην πρώτη κατοικία».

Νέο πρόγραμμα στήριξης δανειοληπτών – Τι περιλαμβάνει

Ο κ. Σταïκούρας ανακοίνωσε ένα νέο μηχανισμό στήριξης δανειοληπτών. «Πρόγραμμα στο οποίο το Κράτος θα επιδοτεί, για ορισμένο χρονικό διάστημα, σημαντικό μέρος των μηνιαίων δόσεων όσων πλήττονται από τις συνέπειες του κορονοϊού, και έχουν δάνεια με υποθήκη στην πρώτη κατοικία. Καλύπτει όλα τα «κόκκινα δάνεια», τόσο αυτά που δημιουργήθηκαν πριν το τέλος του 2018, όσο και αυτά που μεταγενέστερα προέκυψαν, μέχρι σήμερα, για τους πολίτες που επλήγησαν από τις συνέπειες της υγειονομικής κρίσης. Καλύπτει όμως και τα εξυπηρετούμενα δάνεια όλων των συμπατριωτών μας που επλήγησαν από την πανδημία. Παράλληλα, θέτει δικλείδες ασφαλείας, ώστε να μην επωφεληθούν της επιδότησης οι στρατηγικοί κακοπληρωτές. Το Κράτος, με συγκεκριμένες και διορατικές πρωτοβουλίες, αναλαμβάνει, για ένα χρονικό διάστημα, ένα μεγάλο μέρος των υποχρεώσεων των δανειοληπτών που έχουν πληγεί από την πανδημία του κορονοϊού» είπε και τόνισε πως με το νέο πρόγραμμα, εν μέσω της πανδημίας, επιπροσθέτως προς την παράταση του υφιστάμενου πλαισίου:

«1ον. Ενισχύονται, για πρώτη φορά, οι συνεπείς δανειολήπτες, με εξυπηρετούμενα δάνεια, οι οποίοι έχουν πληγεί από την πανδημία.

2ον. Υποστηρίζεται το σύνολο των δανειοληπτών που επλήγησαν από την υγειονομική κρίση, και έχουν «κόκκινο» δάνειο, ακόμη και μετά το τέλος του 2018.

3ον. Καλλιεργείται η κουλτούρα πληρωμών.

4ον. Αποτρέπεται η εκμετάλλευση του νέου πλαισίου από στρατηγικούς κακοπληρωτές.

5ον. Περιορίζεται ο κίνδυνος δημιουργίας μιας νέας γενιάς «κόκκινων» δανείων.

6ον. Ενισχύεται η κοινωνική συνοχή.

7ον. Καλύπτονται πολλαπλάσιοι δανειολήπτες σε σχέση με το υφιστάμενο πλαίσιο».

Η εποχή μετά τον κορονοϊό

Ο κ. Σταϊκούρας τόνισε πως «η επανεκκίνηση της οικονομίας, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς, θα είναι ένα άκρως απαιτητικό και δύσκολο στοίχημα, γιατί η ύφεση που θα αφήσει πίσω της η πανδημία θα είναι βαθιά».

«Μετά την κρίση, οι μηχανές της οικονομίας πρέπει να ξαναπάρουν μπροστά, το συντομότερο και με τη μέγιστη δυνατή ισχύ, ώστε, σταδιακά, να ανακτηθεί η δυναμική που είχε αναπτύξει η Ελληνική οικονομία στις αρχές του 2020. Για τον σκοπό αυτό, έχουμε διασφαλίσει τα αναγκαία καύσιμα» και εξήγησε:

– Διαχειριζόμαστε, με προνοητικότητα και σύνεση, τους εγχώριους πόρους, προκειμένου να μην εξαντληθούν στη μάχη για την αντιμετώπιση της πανδημίας και των επιπτώσεών της.

– Αξιοποιούμε πλήρως τα αυξημένα περιθώρια δημοσιονομικής ευελιξίας και ενίσχυσης της ρευστότητας τα οποία πηγάζουν από τις αποφάσεις του Eurogroup και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

– Είμαστε έτοιμοι να χρησιμοποιήσουμε, στον βέλτιστο βαθμό και την κατάλληλη στιγμή, τα υφιστάμενα ευρωπαϊκά χρηματοοικονομικά εργαλεία.

– Διεκδικούμε, περαιτέρω, δραστικές και καινοτόμες χρηματοδοτικές λύσεις σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν φωνασκούμε, επιχειρηματολογούμε και διεκδικούμε.

– Δανειζόμαστε επιτυχώς από τις αγορές, παρά το εξαιρετικά δυσμενές διεθνές περιβάλλον.

– Υλοποιούμε διαρθρωτικές αλλαγές, με στόχο την ενίσχυση των επενδύσεων, της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.

Το συνολικό κόστος των μέτρων που βρίσκονται σε εφαρμογή ή θα υλοποιηθούν το προσεχές διάστημα ανέρχεται σε περίπου 12,5 δισ. ευρώ, και η προστιθέμενη αξία τους σε 17,5 δισ. ευρώ. Σε αυτό το πλαίσιο μέτρων θα προστεθούν, το επόμενο διάστημα, νέες πρόνοιες που συνδέονται και με την αξιοποίηση Ευρωπαϊκών ταμείων, όπως είναι:

  1. η ενίσχυση της απασχόλησης μέσω του Ευρωπαϊκού Προγράμματος SURE,
  2. η αξιοποίηση εγγυοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων,
  3. το νέο πλαίσιο επιδότησης των δανειοληπτών που έχουν πληγεί από τον κορωνοϊό,
  4. η ενίσχυση κλάδων της οικονομίας, όπου απαιτείται, μέχρι το τέλος του έτους.

Το συνολικό κόστος των μέτρων εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στα 24 δισ. ευρώ».


Exit mobile version