Διασώζοντας πρόσφυγες στη Μεσόγειο

Πώς μπορεί να ξεχάσει κανείς αυτές τις εικόνες; Είναι σαν να σε συνοδεύουν σε όλη τη ζωή σου. Είναι όλα όσα ζήσαμε τον περασμένο Ιούνιο, στο πλοίο «Aquarius».

Μέσα σε 36 ώρες 12.500 πρόσφυγες σώθηκαν από τα νερά της Μεσογείου και οδηγήθηκαν σε ευρωπαϊκό έδαφος στα παράλια της Ιταλίας. Τον Απρίλιο σώθηκαν 13.000, τον Μάιο 23.000, 753 πνίγηκαν. Η κατηγορία είναι σαφής, τα σωστικά συνεργεία λένε ότι συνεργάζονται με τους διακινητές.

Στο γραφείο του γερμανικού ειδησεογραφικού πρακτορείου dpa οι συνάδελφοί μου είναι της άποψης ότι η κατάσταση στη Μεσόγειο συνεχίζει να είναι δραματική, άλλα κάτι φαίνεται να αλλάζει. Και τότε αποφασίζουμε να συμμετάσχω σε αποστολή διάσωσης προσφύγων μαζί με τους Γιατρούς χωρίς Σύνορα και την SOS Μεσόγειο.

«Ρίχνω σωσίβια»


Ετοιμάζω τα λιγοστά πράγματα που θα πάρω μαζί μου και περιμένω ειδοποίηση. Δεν ξέρω πότε, μπορεί σε ώρες, μπορεί και σε μέρες. Και το μήνυμα έρχεται σε SMS. «Αγαπητή Λένα, το αργότερο τη Δευτέρα το πρωί πρέπει να βρίσκεσαι στην παραλιακή πόλη Pozzalo της Σικελίας, ίσως και αύριο». 24 ώρες αργότερα βρίσκομαι μαζί με τους διασώστες στην πόλη. Το πλοίο ανοίγει πανιά. Όσο πλησιάζουμε προς τη Λιβύη, τόσο ανεβαίνει η ένταση στην ατμόσφαιρα. Η καρδιά μου πάει να σπάσει. Και το σήμα κινδύνου φτάνει στις 5 το πρωί. Τις επόμενες ώρες δύο μικρότερα σκάφη του «Aquarius» μεταφέρουν από ένα κοντέινερ εφοδιασμού 730 παιδιά, γυναίκες και άνδρες. Όταν δεν χρησιμοποιώ τα χέρια μου για να βγάλω φωτογραφίες, ρίχνω σωσίβια στους διασωθέντες. Άδεια βλέμματα, μάτια κόκκινα, πρόσωπα γεμάτα δάκρυα…

Ο καπετάνιος μου δίνει τα κυάλια για να δω το δεύτερο σκάφος. Από μακριά μπορώ να δω τον πανικό, να ακούσω τις κραυγές τους. Και όταν επιβιβάζονται στο Aquarius από τα κορμιά τους αναδύεται η μυρωδιά του φόβου, της θάλασσας μαζί με αυτήν των ούρων, του ιδρώτα, στη χειρότερη περίπτωση της βενζίνης… Ένας διασώστες μου δίνει ένα τρίχρονο κοριτσάκι στην αγκαλιά, είναι η μικρή Νάχζατ, δεν λέει κουβέντα αλλά αρπάζεται από πάνω μου.

20 διασώστες για 1032 πρόσφυγες


Το ταξίδι σε μια περιοχή που κατά την άποψη του Πάπα, ξετυλίγεται η μεγαλύτερη τραγωδία από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αποτελεί για μένα μια οριακή αποστολή: ως δημοσιογράφος δεν πρέπει να ταυτιστώ ούτε με τους διασώστες αλλά ούτε και με τους πρόσφυγες. Πώς να μπορέσω; Λίγο αργότερα στέλνω μια φωτογραφία στην αδελφή μου από ένα βρέφος και της γράφω: «Μιας εβδομάδας και θα πνιγόταν σήμερα». 20 διασώστες πρέπει να φροντίσουν 1032 πρόσφυγες. Προσπαθώ να πιάσω κουβέντα μαζί τους. «Πεινάω», «πότε θα φάμε;», «πονάει όλο το κορμί μου», «πότε φτάνουμε στην Ιταλία;». Ο κατάλογος με τις επιθυμίες δεν τελειώνει. Δίνουμε νερό, μερίδες φαγητού, καθαρά ρούχα, κουβέρτες, πετσέτες… πρέπει να φτάσουν για όλους μέχρις ότι πιάσουμε το ιταλικό λιμάνι.

Το καράβι είναι το μόνο ασφαλές μέρος για όλους τους. Πριν αντιμετώπιζαν την πείνα, τη φτώχεια, την εκμετάλλευση, τη βία. Μετά την ανασφάλεια, που προς το παρόν μεταφράζεται σε ελπίδα. Ο Σαρλ Ασαμόα από τη Γκάνα μου λέει ότι ήξερε πως πνίγονται άνθρωποι στη Μεσόγειο αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Μου εξιστορεί τις περιπέτειές του στα υποτυπώδη καταλύματα της Λιβύης, το ξύλο και την κακομεταχείριση. «Δεν είναι μόνο παραμύθι». Η 23χρονη Μπλεσί από τη Νιγηρία λέει τη δική της ιστορία, «έχετε άνετη ζωή», μου λέει.

Ρίχνουμε άγκυρα στο μικρό λιμάνι της Σικελίας αλλά δεν μπορούν να αποβιβαστούν όλοι από το σκάφος. Στην περιοχή της Καλαβρίας δεν υπάρχουν πια διαθέσιμα καταλύματα. Εγώ με δύο συναδέλφους μου παίρνουμε ταξί για το αεροδρόμιο. Εκεί ο ένας ανοίγει το λάπτοπ του και μας δείχνει τις φωτογραφίες. Τα πρόσωπα των προσφύγων με συγκλονίζουν… Πώς να ξεχάσει κανείς αυτές τις εικόνες;

Πηγή Πληροφοριών: DW

Exit mobile version