Αμετάβλητα αναμένεται να διατηρήσει τα βασικά επιτόκια της η ΕΚΤ στη συνεδρίαση του Ιουλίου, καθώς οι υπεύθυνοι χάραξης νομισματικής πολιτικής θέλουν να αξιολογήσουν την πορεία του πληθωρισμού της Ευρωζώνης αλλά και τις γεωπολιτικές εξελίξεις.
Όπως έδειξαν τα αποτελέσματα της σχετικής έρευνας του Bloomberg, στην οποία συμμετείχαν οικονομολόγοι, όλοι οι συμμετέχοντες ανέφεραν πως η ΕΚΤ δεν αναμένεται να αυξήσει εκ νέου τα επιτόκια της στη συνεδρίαση της επόμενης εβδομάδας, ωστόσο η πλειονότητα εκτιμά ότι τον Σεπτέμβριο θα γίνει μία τελευταία αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης και ότι θα ανέβει το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,5%.
Σε κάθε περίπτωση οι τελικές αποφάσεις της Φρανκφούρτης ως προς αυτό, θα εξαρτηθούν από τις εξελίξεις του πολέμου μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ και από τις επιπτώσεις του στη διεθνή αγορά ενέργειας .
Υπενθυμίζεται δε πως, η ΕΚΤ αναγκάστηκε να προχωρήσει στην πρώτη αύξηση επιτοκίων μετά την έναρξη της νέας γεωπολιτικής κρίσης, λόγω της ανόδου των διεθνών τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, καθώς αυτό αναζωπύρωσε τις πληθωριστικές πιέσεις στην Ευρωζώνη
Τι λένε οι ειδικοί
Για το θέμα των επιτοκίων μίλησε στο Bloomberg ο καθηγητής στο International School of Management του TU Berlin, Dennis Shen.
Όπως είπε, το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται είναι: εάν η ένταση στη Μέση Ανατολή θα είναι προσωρινή ή εάν αυτή θα μετατραπεί σε μια πιο παρατεταμένη κρίση.
Εάν σταθεροποιηθεί η αγορά της ενέργειας, τότε η ΕΚΤ θα μπορούσε να διατηρήσει μια στάση αναμονής ως προς το θέμα των επιτοκίων.
Ωστόσο μια νέα άνοδος στις τιμές της ενέργειας θα μπορούσε να ενισχύσει τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό και να καταστήσει αναγκαία μία ακόμη αύξηση επιτοκίων.
Τον Σεπτέμβριο, το πιθανότερο η τελευταία αύξηση επιτοκίων από την ΕΚΤ
Πάντως σύμφωνα με τους οικονομολόγους, η συνεδρίαση της ΕΚΤ του Σεπτεμβρίου θα είναι καθοριστική για το θέμα των επιτοκίων και αυτό διότι τότε θα μπορούν οι αρμόδιες υπηρεσίες της να κάνουν νέες μακροοικονομικές προβλέψεις.
Εάν λοιπόν επιβεβαιωθούν οι σημερινές εκτιμήσεις, τότε η αύξηση του επιτοκίου καταθέσεων στο 2,5% ενδέχεται να σηματοδοτήσει το τέλος του τρέχοντος κύκλου σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής.
