Τι αναμένουν οι αγορές από τη συνεδρίαση της ΕΚΤ την Πέμπτη

Πέντε βασικά ερωτήματα για τις αγορές αναφορικά με τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) την Πέμπτη καταγράφει το πρακτορείο, Reuters.

Αναλυτικά, τα ερωτήματα αυτά είναι τα εξής:

1. Πόσο θα υποχωρήσουν τα επιτόκια;

Η ΕΚΤ τείνει στην ανακοίνωση ενός πακέτου που θα περιλαμβάνει μία μείωση των επιτοκίων, μία ενισχυμένη δέσμευσή της για διατήρηση των χαμηλών επιτοκίων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και μία αποζημίωση των τραπεζών για τις παρενέργειες των αρνητικών επιτοκίων, δήλωσαν πηγές στο Reuters την περασμένη εβδομάδα. Το ελάχιστο που περιμένουν οι αγορές είναι μία μείωση κατά 10 μονάδες βάσης του επιτοκίου αποδοχής καταθέσεων στο -0,50% που θα είναι η πρώτη από το 2016. Σχεδόν ο ένας στους τέσσερις οικονομολόγους που ρωτήθηκαν από το Reuters αναμένουν μία μείωση του επιτοκίου αυτού κατά 20 μονάδες βάσης. Η ΕΚΤ θα μπορούσε επίσης να χρησιμοποιήσει την κατεύθυνση που δίνει για τη μελλοντική πολιτική της για να προαναγγείλει μία επιπλέον μείωση τους επόμενους μήνες. Οι αγορές αναμένουν μία συνολική μείωση κατά 35 μονάδες βάσης έως το τέλος του 2020.

2. Θα αρχίσει και πάλι το QE (τις αγορές ομολόγων) η ΕΚΤ;

Σχεδόν το 90% των οικονομολόγων που ρωτήθηκαν από το Reuters αναμένουν ότι η ΕΚΤ θα ανακοινώσει την επιστροφή στην ποσοτική χαλάρωση, αρχής γενομένης με μηνιαίες αγορές στοιχείων ενεργητικού ύψους 30 δισ. ευρώ από τον Οκτώβριο. Αναλυτές σημειώνουν ότι αυτό θα συνοδευθεί από αλλαγές στους κανόνες της ΕΚΤ για την αγορά ομολόγων, δεδομένης της ανεπάρκειας επιλέξιμων τίτλων. Για παράδειγμα, η ΕΚΤ θα μπορούσε να αυξήσει το όριο του 33% που έχει θέσει για το ποσοστό των ομολόγων μίας χώρας που μπορεί να αγοράσει. Αν και δεν αναμένεται, οποιαδήποτε ένδειξη ότι η ΕΚΤ μπορεί να αρχίσει να αγοράζει μετοχές ή τραπεζικά ομόλογα θα αποτελούσε μεγάλη έκπληξη. Υπάρχει ενδεχόμενο να απογοητευθούν οι επενδυτές, οι οποίοι έχουν πάρει, με τις πολύ αρνητικές αποδόσεις των ομολόγων, ισχυρές θέσεις για μεγάλη στήριξη από την ΕΚΤ. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι χρειάζεται ένα νέο QE, ύψους τουλάχιστον 600 δισ. ευρώ, για να αυξηθούν σημαντικά οι πληθωριστικές προσδοκίες. Πολλοί αξιωματούχοι της ΕΚΤ υποστηρίζουν την επανέναρξη των αγορών ομολόγων, αλλά η αντίθεση από την πλευρά της Βόρειας Ευρώπης περιπλέκει το ζήτημα. Ορισμένοι αξιωματούχοι, όπως ο Βιλερουά Ντε Γκαλό, ο Κλάας Κνοτ και η Ζαμπίνε Λαουτενσλέγκερ έχουν υποβαθμίσει την ανάγκη ενός νέου QE.

3. Πόσο αποτελεσματικά θα είναι τα μέτρα;

Μετά τη μείωση των επιτοκίων σε χαμηλά επίπεδα – ρεκόρ και τη διοχέτευση 2,6 τρισ. ευρώ φθηνού χρήματος στην οικονομία από το 2015, ο πληθωρισμός παραμένει κάτω από τον στόχο της ΕΚΤ, που είναι κοντά στο 2%, και η ανάπτυξη υποτονική. Οι πληθωριστικές προσδοκίες υποδηλώνουν ότι ο στόχος της ΕΚΤ για τον πληθωρισμό δεν θα επιτυγχάνεται επί χρόνια. Δεν υπάρχει, συνεπώς, απορία ότι πολλοί στην αγορά αμφισβητούν αν η επιπλέον στήριξη θα είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Πάνω από το 80% των οικονομολόγων που ρωτήθηκαν από το Reuters πρόσφατα ήταν επιφυλακτικοί για τη δυνατότητα της ΕΚΤ να επηρεάσει τον πληθωρισμό.

4. Τι θα γίνει με τον στόχο της ΕΚΤ για τον πληθωρισμό;

Τον Ιούλιο, ο Ντράγκι άφησε να εννοηθεί ότι θα υπάρξει μία νέα ερμηνεία του στόχου για τον πληθωρισμό, ο οποίος αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής της ΕΚΤ. Οι αξιωματούχοι της ΕΚΤ έχουν ως στόχο έναν πληθωρισμό «κοντά αλλά κάτω» από το 2% επί 16 χρόνια. Στην ομιλία του στη Σίντρα τον Ιούνιο και εκ νέου τον Ιούλιο, ο Ντράγκι έκανε λόγο για συμμετρία – μία αναφορά στο ότι ο πληθωρισμός θα μπορούσε να αυξηθεί πάνω από το 2% και στη συνέχεια να παραμείνει εκεί.

5. Είναι πιθανή η λήψη μέτρων από την ΕΚΤ που θα βοηθήσουν τις τράπεζες;

Ναι. Ένας τρόπος για να γίνει αυτό είναι να υπάρξει ένα κλιμακωτό επιτόκιο καταθέσεων για να μειωθεί το πλήγμα από τα πολύ αρνητικά επιτόκια. Η ΕΚΤ έχει δηλώσει ότι εξετάζει αυτό το ενδεχόμενο. Η κλιμάκωση του επιτοκίου σημαίνει ότι η ΕΚΤ περιορίζει το ποσοστό της υπερβάλλουσας ρευστότητας που υπόκειται στο επιτόκιο καταθέσεων, το οποίο σήμερα είναι -0,40%. Η υπερβάλλουσα ρευστότητα – δηλαδή τα διαθέσιμα των τραπεζών εκτός των υποχρεωτικών – ανέρχεται σε περίπου 1,2 τρισ. ευρώ ή το 10% του ΑΕΠ της Ευρωζώνης, σύμφωνα με τη Nomura. Αυτό σημαίνει ότι τα αρνητικά επιτόκια έχουν σημαντικό κόστος για τις τράπεζες. Η θέσπιση, όμως, ενός κλιμακωτού επιτοκίου καταθέσεων δεν είναι χωρίς περιπλοκές και δεν υπάρχει εγγύηση ότι τα κλιμακωτά επιτόκια θα ελαφρύνουν την πίεση στις τράπεζες. Το δεύτερο μέτρο που θα μπορούσε να πάρει η ΕΚΤ, ενδεχομένως σε συνδυασμό με το πρώτο, είναι να ενισχύσει τους όρους για τον τρίτο γύρο φθηνών πολυετών δανείων που ανακοίνωσε φέτος.


Exit mobile version