FT: Η κλιματική αλλαγή και η… τακτική της στρουθοκαμήλου

H φύση δεν ενδιαφέρεται για το τι σκεφτόμαστε για αυτήν. Στην πραγματικότητα, η φύση δεν ενδιαφέρεται καθόλου για εμάς.

Αλλά εμείς θα έπρεπε να ενδιαφερόμαστε για την φύση αν οι ενέργειες μας την επηρεάζουν αρνητικά. Πιθανότατα ο πιο σημαντικός τρόπος με τον οποίο επηρεάζουμε τη φύση είναι μέσω του κλίματος. Ωστόσο η απάντηση μας είναι η απερίσκεπτη άρνηση και μια αφελής ελπίδα. Η φύση δεν θα εντυπωσιαστεί.

Αυτό που κάνει τώρα η φύση είναι να θερμαίνει τον πλανήτη. Δεν παραμένουν σοβαρές αμφιβολίες για αυτό. Το «διάλειμμα» της παγκόσμιας υπερθέρμανσης του 1998-2013 έχει πλέον τελειώσει. Ακόμα και πριν από την πρόσφατη αύξηση της θερμοκρασίας σε επίπεδα ρεκόρ, η ιδέα του διαλείμματος ήταν περίεργη. Αυτό που ήταν αξιοσημείωτο ήταν πως τα χρόνια από το 1998 και έπειτα παρέμεναν τόσο θερμά.

Τόσο την περσινή όσο και τη φετινή χρονιά, με ένα για άλλη μια φορά ισχυρό Ελ Νίνο, οι θερμοκρασίες έχουν φτάσει σε επίπεδα ρεκόρ. Μια ευθεία γραμμή ανάμεσα στα υψηλότερα επίπεδα του Ιανουαρίου του 1958 και του Φεβρουαρίου του 2016 βρίσκεται πάνω από όλους τους ενδιάμεσους μήνες. Το ίδιο ισχύει και για τη γραμμή ανάμεσα στο Μάρτιο του 1990 και το Φεβρουάριο του 2016. Οι κινούμενοι μέσοι όροι των 12 και 60 μηνών δίνουν μια παρόμοια εικόνα. Δεν υφίσταται καμία επιβράδυνση στο ρυθμό αύξησης της θερμοκρασίας. Μετά από αυτό το Ελ Νίνο μπορεί να δούμε άλλο ένα διάλειμμα, αλλά πιθανότατα σε ένα υψηλότερο μέσο επίπεδο από ότι το προηγούμενο.

Καθώς ο κόσμος φτάνει σε θερμοκρασίες ρεκόρ (σε σχέση με τον μέσο όρο της περιόδου 1951-1980 και της προ-βιομηχανικής εποχής), το ίδιο συμβαίνει και με τα επίπεδα συγκέντρωσης του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Φέτος, ο παγκόσμιος μέσος όρος είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα ξεπεράσει τα 400 μέρη ανά εκατομμύριο (ppm), το οποίο είναι περίπου 40% πάνω από τα προ-βιομηχανικά επίπεδα. Δεδομένων των όσων γνωρίζουμε αρκετά καλά από τη φυσική γύρω από τα αέρια του θερμοκηπίου, η αιτιώδης σχέση ανάμεσα στην αυξανόμενη συγκέντρωση αερίων του θερμοκηπίου και των υψηλότερων θερμοκρασιών είναι τουλάχιστον εξαιρετικά πιθανή.

Τέλος, γνωρίζουμε επίσης ότι η αυξημένη συγκέντρωση διοξειδίων του άνθρακα θα συνεχιστεί για πολύ καιρό. Και αυτό γιατί τα αέρια του θερμοκηπίου συνεχίζουν να αυξάνονται, παρά τις συζητήσεις που γίνονται για να τεθούν υπό έλεγχο. Οπότε, όχι μόνο συνεχίζεται να αυξάνεται το διοξείδιο του άνθρακα, αλλά και οι εκπομπές ρύπων από τις ανθρώπινες δραστηριότητες.

Είναι ένα αξιοσημείωτο γεγονός, πως δεδομένων αυτών των ξεκάθαρων αληθειών, το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής μόλις που αναφέρθηκε στα ντιμπέιτ για τις αμερικάνικες προεδρικές εκλογές. Αυτό δεν οφείλεται στο ότι δεν έχει σημασία. Δεν οφείλεται στο ότι οι υποψήφιοι συμφωνούν. Οφείλεται στο ότι λίγοι θέλουν να σκέφτονται τις επιπτώσεις από αυτήν την πραγματικότητα.

Οι δύο πιο συνηθισμένες αντιδράσεις στην απτή πραγματικότητα των κλιματικών κινδύνων αποτελούν μια άρνηση. Αλλά πρόκειται για δύο διαφορετικές μορφές άρνησης. Τις σκέφτομαι ως την «μεγάλη άρνηση» και την «μικρή άρνηση».

Η «μεγάλη άρνηση» έρχεται από τα δεξιά. Ξεκινάει από δύο δεδομένα και μια υπόθεση. Το πρώτο δεδομένο είναι πως πολλοί άνθρωποι που παίρνουν στα σοβαρά την κλιματική αλλαγή είναι επιφυλακτικοί ή απόλυτα αρνητικοί απέναντι στην ελεύθερη αγορά. Το δεύτερο δεδομένο είναι πως η κλιματική αλλαγή σημαίνει μια παγκόσμια διάχυση κόστους από την οικονομική δραστηριότητα. Η υπόθεση είναι πως οτιδήποτε γίνει για να περιοριστεί η κλιματική αλλαγή θα συνεπάγεται και τεράστια παρέμβαση στην ελεύθερη αγορά και την επιβολή μεγάλου οικονομικού κόστους.

Το αναμενόμενο συμπέρασμα είναι πως η ιδέα ότι το κλίμα αλλάζει λόγω της ανθρώπινης δραστηριότητας είναι λανθασμένη, γιατί η πιθανότητα να είναι αλήθεια είναι πολύ επώδυνη για να την αντέξουμε. Θα ήταν δυνατό για όσους δεν θέλουν καμία δράση να συμφωνήσουν, αντίθετα, ότι η κλιματική αλλαγή είναι μια αλήθεια αλλά δεν αξίζει να ληφθεί καμία δράση. Το μειονέκτημα σε αυτή την περίπτωση είναι πως θα οδηγούσε σε μια συζήτηση σχετικά με το γιατί έχει νόημα να μην κάνουμε τίποτα.

Η «μικρή άρνηση» έρχεται από όσους αναγνωρίζουν τους προφανείς κινδύνους, αλλά υποστηρίζουν πως η αποτελεσματική αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής είναι μια σχετικά χαμηλού κόστους και απλή πρόκληση.

Πρόκειται για μια εξίσου λανθασμένη εκτίμηση. Ακόμα και αν, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι, οι τεχνολογίες που είναι απαραίτητες για την διατηρήσουμε την οικονομική ανάπτυξη και ταυτόχρονα να μειώσουμε σταδιακά τις εκπομπές ρύπων είναι είτε ήδη εδώ είτε θα υπάρχουν σύντομα με όλο και μικρότερο κόστος, η πολιτική, κοινωνική και οικονομική πρόκληση για την αποφασιστική καταπολέμηση αυτών των τάσεων είναι τεράστια. Είναι πολύ εύκολο να γλυτώσει κανείς με την αποδοχή κινήσεων που αποτελούν απλά ενδείξεις καλής θέλησης προς την κατεύθυνση της αντιμετώπισης των κινδύνων της κλιματικής αλλαγής, σαν να είναι ουσιαστικές δράσεις.

Η πολυσυζητημένη συμφωνία του Παρισιού το Δεκέμβριο του 2015 δεν είναι απλώς πολύ ήπια, αλλά δεν επαρκεί ούτε για την διατήρηση της αύξησης της θερμοκρασίας κάτω από τους 2 βαθμούς κελσίου, πόσο μάλλον για 1,5 βαθμό που είναι ο επιθυμητός στόχος.

Πρέπει να υπάρξει μια παγκόσμια προσπάθεια κατάλληλου μεγέθους και έντασης. Διαφορετικά τίποτα ουσιαστικό δεν θα αλλάξει.

Η «μεγάλη άρνηση» εγγυάται την αποτυχία. Είναι αυτό που θα φέρει μαζί του ο Ντόναλντ Τραμπ στο Λευκό Οίκο. Υπό την ηγεσία του, οι ΗΠΑ θα εγκαταλείψουν τα μικρά βήματα που έκαναν με τον Μπαράκ Ομπάμα. Αλλά οι ΗΠΑ δεν είναι απλά η δεύτερη μεγαλύτερη πηγή εκπομπής ρύπων. Είναι μια από τις μεγαλύτερες πηγές εκπομπής ρύπων ανά κάτοικο.

Χωρίς τις ΗΠΑ, η προσπάθεια να μειωθούν οι κλιματικοί κίνδυνοι θα πεθάνει. Το ότι αυτό δεν θεωρήθηκε άξιο να αναφερθεί στα ντιμπέιτ είναι εξωφρενικό.

Αν η Χίλαρι Κλίντον γίνει πρόεδρος δεν θα είναι ένοχη μιας «μεγάλης άρνησης», αλλά είναι πιθανό να ακολουθήσει την «μικρή άρνηση», προβαίνοντας σε μικρές χειρονομίες, αντί για πολιτικές που μπορούν να φέρουν μια αξιόπιστη αλλαγή.

Αν δεν γίνει τουλάχιστον μια αρχή στην τιμολόγηση του άνθρακα και αν δεν υπάρξει η αποφασιστικότητα για την πιο γρήγορη ανάπτυξη τεχνολογιών, η αναγκαία μεταστροφή των τάσεων δεν θα γίνει έγκαιρα. Ο κόσμος θα πρέπει τότε να προσαρμοστεί στις συνέπειες των κλιματικών μεταβολών που δεν κατάφερε να περιορίσει.

Είναι αδύνατο να υπάρξει μόνο μια αμερικάνικη ή μόνο μια κινέζικη πολιτική για το κλίμα. Πρέπει να είναι μια παγκόσμια πολιτική. Πολλά έχουν αλλάξει σε νοοτροπίες μετά την δημοσίευση της έκθεσης Stern από την βρετανική κυβέρνηση πριν από μια δεκαετία. Αλλά λίγα έχουν αλλάξει. Μόνο αν αναγνωρίσουμε συλλογικά και δράσουμε από κοινού τώρα, μπορεί να υπάρξει κάποια αλλαγή.

Σε αυτό παραμένω απαισιόδοξος.

Πηγή: Financial Times, Euro2day.gr


Exit mobile version