FT: Τα τελευταία χαρτιά Ρέντσι στη μάχη για το «ναι»

Αν ο Ματέο Ρέντσι σημειώσει μια σημαντική νίκη στο δημοψήφισμα για την συνταγματική αναθεώρηση που έχει καθηλώσει την ιταλική πολιτική σκηνή, θα οφείλει πολλά στον 32χρονο γενειοφόρο Φλάβιο Αρτσαρέλο από το Τορίνο.

Ο κ. Αρτσαρέλο είναι ο υπεύθυνος πεδίου για την καμπάνια του «Ναι» του κ. Ρέντσι, ένα εγχείρημα στο οποίο ο Ιταλός πρωθυπουργός έχει στοιχηματίσει την θητεία του και το οποίο μπορεί να διαμορφώσει την πορεία που θα ακολουθήσει η πολιτική στη χώρα για πολλά χρόνια.

Η πραγματικά δύσκολη αποστολή πριν από την ημέρα της ψηφοφορίας την επόμενη Κυριακή θα είναι να κινητοποιήσει τη βάση του κεντροαριστερού Δημοκρατικού κόμματος του κ. Ρέντσι, παρά την απογοήτευση για την μετριότητα των πολιτικών ηγεσιών που σαρώνει τις δυτικές δημοκρατίες.

«Πιστεύω ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε γιατί αυτό θα αντιμετωπιστεί ως μια ευκαιρία για την Ιταλία» ανέφερε ο κ. Αρτσαρέλο σε ένα καφέ στη Ρώμη την περασμένη εβδομάδα. «Το πρόβλημα είναι ότι είμαστε σε μια στιγμή στην Ιταλία όπου είναι πολύ δύσκολο να παρακινήσεις τον κόσμο να συμμετάσχει στην πολιτική και όπου οι δομές των κομμάτων, συμπεριλαμβανομένου του Δημοκρατικού κόμματος, δεν είναι ελκυστικές για τον μέσο άνθρωπο».

Οι ιταλικές πολιτικές καμπάνιες διεξάγονται παραδοσιακά μέσω μιας σειράς τηλεοπτικών εμφανίσεων από τους βασικούς υποψηφίους.

Τη χρονιά αυτή, ο κ. Ρέντσι πρόσθεσε στο μείγμα την αμερικάνικη τακτική της κινητοποίησης ψηφοφόρων «πόρτα-πόρτα», σε μια προσπάθεια να αγγίξει τους αναποφάσιστους ή φίλα προσκείμενους ψηφοφόρους που μπορεί να έχουν κλείσει τις οθόνες.

Για να βρει τους ανθρώπους αυτούς, προσέλαβε τον Τζιμ Μεσίνα, που είχε αναλάβει την μάχη επανεκλογής του Μπαράκ Ομπάμα το 2012 και είχε συμβουλεύσει τον Ντέιβιντ Κάμερον στην καμπάνια κατά του Brexit νωρίτερα το 2016.

Η ελπίδα είναι να αποφευχθεί το χαμηλό ποσοστό προσέλευσης που έβλαψε τόσο το στρατόπεδο του «Remain» στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Χίλαρι Κλίντον στις φετινές προεδρικές εκλογές.

Αλλά ίσως να μην είναι αρκετό να πάνε αυτοί οι δυνητικοί υποστηρικτές στις κάλπες. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις που δημοσιεύτηκαν στις 18 Νοεμβρίου πριν τεθεί σε ισχύ η απαγόρευση τους για το διάστημα των δύο τελευταίων εβδομάδων, έδιναν στο στρατόπεδο του «Όχι» ένα καθαρό προβάδισμα, πάνω από πέντε ποσοστιαίες μονάδες.

Ο κ. Ρέντσι παρουσιάζει τις μεταρρυθμίσεις που προωθεί, οι οποίες θα αφαιρέσουν εξουσίες από τη Γερουσία και τις τοπικές κυβερνήσεις, σαν μια απολύτως αναγκαία ευκαιρία να αρθούν εμπόδια και να εκσυγχρονιστεί η Ιταλία.

Αλλά εκπρόσωποι της αντιπολίτευσης – συμπεριλαμβανομένων και του λαϊκιστικού Κινήματος των Πέντε Αστέρων και της Λίγκας του Βορρά, καθώς και του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, του πρώην πρωθυπουργού – προειδοποιούν πως οι μεταρρυθμίσεις ισοδυναμούν με μια επικίνδυνη απόπειρα σφετερισμού εξουσιών.

Είναι ένα μήνυμα το οποίο φαίνεται ότι βρίσκει ανταπόκριση.

«Θα είναι ένας τιτάνιος, ηράκλειος άθλος αν γίνει η ανατροπή τις τελευταίες εβδομάδες» δηλώνει ο Τζιανπιέτρο Ματσολένι, καθηγητής κοινωνιολογίας και πολιτικής επικοινωνίας στο πανεπιστήμιο του Μιλάνου. «Ο Μεσίνα είναι ένας από τους καλύτερους που υπάρχουν, αλλά φοβάμαι πως μπορεί να προσθέσει μια ήττα στο βιογραφικό του».

Τα ενθαρρυντικά νέα για τον κ. Ρέντσι είναι πως σε αντίθεση με τους αντιπάλους του, το Δημοκρατικό κόμμα, ένας απόγονος του κάποτε πανίσχυρου Κομμουνιστικού κόμματος της Ιταλίας, έχει ακόμα ισχυρή παρουσία σε όλη τη χώρα για να επιχειρήσει μια προσπάθεια ενεργοποίησης όλων των ψηφοφόρων. Αλλά τα μέλη του κόμματος έχουν μειωθεί με τα χρόνια και ένα μεγάλος μέρος του Δημοκρατικού κόμματος είναι ενάντια στις μεταρρυθμίσεις, περιορίζοντας τον ενθουσιασμό.

«Φυσιολογικά, το Δημοκρατικό κόμμα έχει την ικανότητα κινητοποίησης, αλλά το παλιό μοντέλο έχει φθαρεί, δεν είναι όπως τις δεκαετίες του 1980 και του 1990» λέει η Ντέμπορα Μπεργκαμίνι, εκπρόσωπος του κ. Μπερλουσκόνι, μια από τους επικεφαλής της καμπάνιας υπέρ του «Όχι». «Κάνουμε και εμείς πολλά, σε κάθε γωνιά της Ιταλίας και δεν έχουμε τον ίδιο μηχανισμό» προσθέτει.

Ένα από τα εμπόδια σε μια εκλογική ανάλυση των στοιχείων στην Ιταλία σε σχέση με τις ΗΠΑ είναι πως οι πληροφορίες για το ποιος ψήφισε τι στις εκλογές δεν είναι διαθέσιμες στις καμπάνιες. Ωστόσο, το Δημοκρατικό κόμμα έχει πρόσβαση στις δικές του λίστες ψηφοφόρων, ένα σημαντικό σημείο εκκίνησης για τον κ. Αρτσαρέλο.

Εργάζεται με το βοηθό του Ματία Ταρέλι – ο οποίος είχε εργαστεί στην καμπάνια της Χίλαρι Κλίντον στην Αϊόβα και στα κεντρικά της γραφεία στο Μπρούκλιν – και την ομάδα των 10.000 περίπου εθελοντών, οι οποίο παίρνουν τηλέφωνα και χτυπάνε πόρτες για τον κ. Ρέντσι.

Ορισμένοι έχουν εκπαιδευτεί σε κάποια από τα 26 μαθήματα του Ντέιβ Χάντερ, του «υπαρχηγού» του κ. Μεσίνα, ο οποίος ζει στην Ρώμη τους τελευταίους μήνες.

Το μυστικό είναι ότι προσαρμόστηκαν οι συμβουλές των Αμερικανών συμβούλων στην ιταλική κουλτούρα. «Στις ΗΠΑ, χρησιμοποιούν το «δεσμευτείτε να ψηφίσετε» το οποίο είναι πολύ βαρύ. Στην Ιταλία, λέμε «βασιζόμαστε σε εσάς», λέει ο κ. Αρτσαρέλο. «Δεν μπορείς να δώσεις σε έναν Ιταλό ακτιβιστή ένα έτοιμο κείμενο να το απαγγείλει, πρέπει να επικοινωνούν με αυθεντικό τρόπο, να μιλούν και να προσπαθούν να πείσουν τον κόσμο».

Ο κ. Αρτσαρέλο υποστηρίζει πως η καμπάνια του «Ναι» προσπαθεί να δημιουργήσει μια δυναμική αντίστοιχη με αυτή του κ. Ομπάμα στη Φλόριντα το 2008, όταν νεαροί εθελοντές έπεισαν τους πιο ηλικιωμένους ψηφοφόρους, οι οποίοι θα είναι καθοριστικοί για το αποτέλεσμα στην Ιταλία, να στηρίξουν την αλλαγή.

Η καμπάνια του κ. Ρέντσι, στοιχηματίζει ότι υπάρχει μια σιωπηλή πλειοψηφία υπέρ των μεταρρυθμίσεων και η οποία δεν αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις. «Λόγω της βίας και του υψηλού τόνου που χρησιμοποιεί η άλλη πλευρά, δεν θα πήγαινε κανείς σε ένα μπαρ για να πει ότι είναι υπέρ του “Ναι”, θα είναι σιωπηλός» σημειώνει ο κ. Αρτσαρέλο.

Ίσως όμως να πρόκειται για ευχολόγια. Ακόμα και ο κ. Αρτσαρέλο αναγνωρίζει τα όρια που αντιμετωπίζει μια επιχείρηση από πόρτα σε πόρτα. «Βλέπω μια θετική τάση, αλλά η θέση μου δεν είναι αμερόληπτη» σημειώνει. «Το θέμα είναι ότι θέλουμε να ξυπνήσουμε στις 5 Δεκεμβρίου και να ξέρουμε ότι κάναμε ότι μπορούσαμε».

Πηγή: Financial Times, Euro2day.gr


Exit mobile version