Η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου Ε.Ε. – Καναδά αλλάζει το τοπίο στην αγορά προϊόντων

Η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου Ε.Ε. – Καναδά, γνωστή ως CETA, ενδέχεται
να υπογραφεί στα τέλη του μήνα, κατά τη Σύνοδο Κορυφής των δύο πλευρών στις
Βρυξέλλες. Οι προοπτικές είναι καλές, αφού οι υπουργοί Εμπορίου της Ε.Ε. έχουν
εκδηλώσει τη στήριξή τους στη συμφωνία που θα ρυθμίσει το εμπόριο προϊόντων και
υπηρεσιών ανάμεσα σε Ε.Ε. και Καναδά. Πρόκειται για συμφωνία ελεύθερου εμπορίου
που αίρει τα εμπόδια στο εμπόριο, ανοίγει τις αγορές και διασφαλίζει την
ευημερία και τις θέσεις εργασίας. Αν υλοποιηθεί, θα καταργηθεί τουλάχιστον το
99% των δασμών στις εμπορικές σχέσεις Ε.Ε. και Καναδά. Το 2015 η Γερμανία
εξήγαγε προϊόντα αξίας σχεδόν 10 δισ. ευρώ στον Καναδά, με τις εισαγωγές της
από τον Καναδά να φτάνουν τα 4 δισ. ευρώ. Οι Καναδοί αγοράζουν κυρίως
αυτοκίνητα και μηχανές από τη Γερμανία, ενώ οι πρώτες ύλες, όπως το
σιδηρομετάλλευμα και ο χαλκός, αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 1/5 των
γερμανικών εισαγωγών από τον Καναδά.


Η συμφωνία συνεπάγεται πλεονεκτήματα για τη βιομηχανία αγροτικών
προϊόντων. Για παράδειγμα, στο μέλλον τα γαλακτοκομικά της Ε.Ε. θα μπορούν να
εξάγονται χωρίς δασμούς στον Καναδά. Η κατάργηση των δασμών μπορεί να βοηθήσει
τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να εξοικονομούν περίπου 470 εκατ. ευρώ κάθε χρόνο.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διασφάλισε επίσης κάτι σημαντικό σχετικά με τις δημόσιες
προμήθειες. Η Γερμανία ήταν εδώ και πολύ καιρό ανοικτή σε ξένους προμηθευτές
που μπορούν να συμμετέχουν στην αγορά δημοσίων προμηθειών υπό τους ίδιους όρους
που ισχύουν για τις γερμανικές επιχειρήσεις. Οταν τεθεί σε εφαρμογή η CETA, θα
έχουν για πρώτη φορά την ίδια μεταχείριση όλες οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις σε
επαρχίες και περιφέρειες του Καναδά.


Πάντως, όπως αναφέρει η Καθημερινή, η CETA δεν αποτελεί ατζέντα
απορρύθμισης της αγοράς. Από την αρχή όταν ετοιμαζόταν η συμφωνία, οι
κυβερνήσεις κατοχύρωσαν το δικαίωμα των ρυθμίσεων. Επιπλέον, οι δύο εταίροι
δεσμεύονται να στηρίξουν τη βιώσιμη ανάπτυξη και να προστατεύσουν τις θέσεις
εργασίας. Αυτά σημαίνουν:


• Οι ρυθμίσεις της γερμανικής αγοράς εργασίας δεν θα αμφισβητηθούν. Θα
παραμείνουν σε ισχύ οι υφιστάμενες προβλέψεις για την εργασία και την κοινωνική
προστασία για όλες τις συμβαλλόμενες πλευρές. Σε αυτές συμπεριλαμβάνονται
κανόνες για τον κατώτερο μισθό και τις συλλογικές συμβάσεις.


• Η αρχή του δημοσίου χαρακτήρα των εταιρειών κοινής ωφελείας παραμένει
και μετά την εφαρμογή της CETA, καθώς οι συμβαλλόμενες πλευρές έχουν εξαιρέσει
από κάθε υποχρέωση απελευθέρωσης τις εταιρείες κοινής ωφελείας, όπως η ύδρευση,
η ηλεκτροδότηση και το εκπαιδευτικό σύστημα.


• Μετά την εφαρμογή της CETA, τα προϊόντα θα επιτρέπεται να εισέλθουν
στην ευρωπαϊκή αγορά μόνον όταν θα έχει αποδειχθεί ότι είναι ασφαλή. Επιπλέον,
θα μπορούν ακόμη να ισχύουν περιοριστικοί όροι όταν αφορούν την προστασία της
ανθρώπινης ζωής, της υγείας, των ζώων και των φυτών.


• Η CETA προβλέπει τη λειτουργία ενός δικαστηρίου επενδύσεων
στελεχωμένου με πρόσωπα που θα έχουν ορίσει οι δύο πλευρές, εφετείο και
διαδικασίες διαφανείς.


Η επίσημη απόφαση αναμένεται για τις 18 Οκτωβρίου και η συμφωνία πρέπει
να υπογραφεί στις 27 Οκτωβρίου, για να ακολουθήσει η διαδικασία επικύρωσής της.
Θα πρέπει να εγκριθεί από όλες τις χώρες-μέλη της Ε.Ε. για να τεθεί σε
εφαρμογή. Ενδέχεται, όμως, να εφαρμοσθεί μερικώς προτού εγκριθεί από όλους,
καθώς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να συναινέσει στην προσωρινή εφαρμογή
της.


* Η Dr Galina Kolev είναι επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας μακροοικονομικής
και οικονομικής ανάλυσης του Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών της Κολωνίας. Το
άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών της
Κολωνίας (IW).

Exit mobile version