Προς την «ιταλοποίησή» της βαδίζει ολοταχώς η πολιτική ζωή της Ισπανίας

Οι πρόωρες εκλογές που προκήρυξε για τις 28 Απριλίου ο Ισπανός Πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις κλείνουν οριστικά έναν κύκλο κυβερνητικής σταθερότητας, με 14 κυβερνήσεις σε 41 χρόνια δικτατορίας–και ανοίγει πλέον την περίοδο της «ιταλοποίησης» της πολιτικής ζωής της χώρας, σύμφωνα με πολλούς εγχώριους και ξένους παρατηρητές.

Όπως απέδειξαν οι τελευταίες δύο εκλογικές αναμετρήσεις–κατά τις οποίες για πρώτη φορά στην μεταφρανκική ιστορία το πρώτο κόμμα, το δεξιό ΡΡ (Λαϊκό Κόμμα), δεν κατόρθωσε να εξασφαλίσει την απόλυτη πλειοψηφία–, αλλά και όπως καταδεικνύουν και οι συνεχείς δημοσκοπήσεις–που επίσης δεν εμφανίζουν κάποιο κόμμα να συγκεντρώνει αριθμό βουλευτών που θα του επιτρέπει να κυβερνήσει αυτοδύναμα–, πλέον η Ισπανία οδεύει στην εποχή της πολιτική των κομματικών συμμαχιών και των κυβερνήσεων, ενός συστήματος διακυβέρνησης που έχει αποθεωθεί στην γειτονική Ιταλία, η οποία μετρά 32 κυβερνήσεις μόνο τα τελευταία 40 χρόνια.

Βέβαια, η εκλογική αποψίλωση των δύο μεγάλων πολιτικών κομμάτων είχε ξεκινήσει από το 2013, με την ανάδυση των κοινωνικών κινημάτων μέσα από τις καταλήψεις των πλατειών, πρώτα με τους αριστερούς Podemos και κατόπιν τους κεντρώους-φιλελεύθερους Ciudadanos, για να ακολουθήσει η συσπείρωση της ακροδεξιάς στο Vox, που και με τα γεγονότα της Καταλωνίας διεμβόλισε πολύ περισσότερο την άκρα δεξιά πτέρυγα του ΡΡ. Μετά το terminus post quem αυτό, ο ισχυρός δικομματισμός που χαρακτήριζε την ισπανική πολιτική ζωή διερράγη οριστικά.

Σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση, της εταιρείας Sigma Dos για λογαριασμό της ισπανικής εφημερίδας El Mundo, με βάση την παρούσα τάση μεταξύ των ψηφοφόρων, οι Σοσιαλιστές (PSOE) του Σάντσεθ ναι μεν θα αναδεικνύονταν πρώτο κόμμα, με 114 έδρες, θα υπολείπονταν όμως κατά πολύ των 176 βουλευτών που απαιτούνται για να σχηματίσει κυβέρνηση. Εάν προστεθεί και η εκλογική καταβαράθρωση, σύμφωνα με την έρευνα, των μόνων δυνατών συμμάχων του, του αριστερού Podemos, που από τους 71 βουλευτές προβλέπεται πλέον να εκλέξει μολις 39, η δυνατότητα του Σάντσεθ να κυβερνήσει θα εξαρτηθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη βούληση και τις παραχωρήσεις που ο ίδιος είναι διατεθειμένος να κάνει προς τα μικρότερα εθνικιστικά κόμματα στη Βουλή (που σύμφωνα με τη σφυγμομέτρηση θα συγκεντρώσουν συνολικά 29 έδρες).

Οι μόνοι που φαίνονται ικανοί να σχηματίσουν αυτοδύναμη κυβέρνηση εάν συνεργασθούν είναι τα τρία κόμματα της δεξιάς/ακροδεξιάς (ΡΡ, Ciudadanos, Vox) στα πρότυπα της κυβέρνησης συμμαχίας στη μεγάλη αυτόνομη περιοχή της Ανδαλουσίας. Το Λαϊκό Κόμμα του Πάβλο Κασάδο, μολονότι πολιτικά βρίσκεται στο ιστορικό ναδίρ του (πρόβλεψη για μόλις 75 έδρες) είναι πιο πιθανό να ξαναβρεθεί στην εξουσία, εάν προστεθούν οι 58 βουλευτές που προβλέπεται να εκλέξουν οι Ciudadanos και οι 46 έδρες του ακροδεξιού Vox του Σαντιάγο Αμπασκάλ. Για τον λόγο τούτο, ο Κασάδο συνεχίζει να βολιδοσκοπεί τον Άλμπερτ Ριβέρα των Ciudadanos, με τελευταίο δέλεαρ την σκληρότερη εφαρμογή του Άρθρου 155 για την περιστολή της αυτονομίας στην Καταλονία. Στο μόνο σημείο που σκοντάφτει τούτη η πιθανότητα τριπλής συμμαχίας είναι η εφεκτικότητα του Ριβέρα (συμμάχου στις Ευρωεκλογές και θαυμαστή του Γάλλου προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν) για τις ακραίες θέσεις των ακροδεξιών του ευρωσκεπτικιστικού και φιλο-φρανκικού Vox, αλλά και η από νεοφιλελεύθερης σκοπιάς εγγύτητά του σε πολλές πρωτοβουλίες του σοσιαλιστή Σάντσεθ αναφορικά με την επιχειρηματικότητα και κάποια κοινωνικά δικαιώματα (κοινωνική και μισθολογική ισότητα γυναικών, ενδοοικογενειακή βία, παιδεία, ΛΟΑΤΚΙ κλπ). Δεδομένου ότι η στάση της σοσιαλιστικής κυβέρνησης απέναντι στο ακανθώδες θέμα της ανεξαρτησίας της Καταλωνίας δεν απείχε πολύ από τις θέσεις των δεξιών κομμάτων, όσον αφορά την ακεραιότητα της χώρας, η πρωταρχική άρνηση του Ριβέρα να συζητήσει οποιαδήποτε συνεργασία με το PSOE μετεκλογικά, σύμφωνα με τους πολιτικούς αναλυτές, έχει περισσότερο να κάνει με το πρόσωπο και τις ηγετικές φιλοδοξίες του Σάντσεθ, παρά με κάποιες αγεφύρωτες διαφορές στο πρόγραμμά τους.

Κύκλοι μέσα από το ίδιο το ‘πορτοκαλί’ κόμμα δεν αποκλείουν, σε περίπτωση που μετεκλογικά τα αποτελέσματα και οι διαπραγματεύσεις δεν θα σταθούν ικανά ώστε να υπάρξει μία κυβέρνηση διμερούς συνεργασίας με το ΡΡ, ο Ριβέρα δεν αποκλείεται να ξανασκεφθεί μία προσέγγιση με τον Σάντσεθ. Άλλωστε δεν είναι και η πρώτη φορά. Η απόφαση των Ciudadanos να μη στηρίξουν την κυβέρνηση του ΡΡ υπό τον Μαριάνο Ραχόι στην πρόταση μομφής στο ισπανικό Κοινοβούλιο (καθώς ο Ριβέρα υποστήριζε τότε την διενέργεια πρόωρων εκλογών), ήταν αυτή που έφερε τον περασμένο Ιούνιο τον Σάντσεθ στην εξουσία–έστω και με τη μορφή κυβέρνησης μειοψηφίας.

Κύριος στόχος του Ριβέρα είναι το μέγαρο Μονκλόα, έδρα της κυβέρνησης. Εν πρώτοις μέσω μίας κεντροδεξιάς συμμαχίας, αλλά εάν δεν βγαίνουν τα νούμερα, ακόμη και με τους σοσιαλιστές–στα πρότυπα του ινδάλματός του, του Εμμανουέλ Μακρόν.


Πηγή: ΑΠΕ- ΜΠΕ

Exit mobile version