Ρεκόρ δεκαετίας στις συμφωνίες μεταξύ εταιρειών ΗΠΑ και Ευρώπης

Στο υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας ανέρχονται οι συγχωνεύσεις και εξαγορές μεταξύ αμερικανικών και ευρωπαϊκών εταιρειών από την αρχή του έτους.

Το ύψος των διασυνοριακών συμφωνιών ανέρχεται μέχρι στιγμής σε 153,2 δισ. ευρώ, με τις αμερικανικές εταιρείες να αναζητούν ευκαιρίες που θα τις βοηθήσουν να αναπτυχθούν ταχύτερα και να εκμεταλλεύονται την άνοδο του δολαρίου τους προηγούμενους μήνες, ώστε να εξαγοράσουν φθηνότερα ευρωπαϊκές εταιρείες.

Η συμφωνία, ύψους 12,5 δισ. ευρώ, για τη συγχώνευση της αμερικανικής εταιρείας χημικών Huntsman Corp. και της ελβετικής ανταγωνίστριάς της Clariant AG, που ανακοινώθηκε την περασμένη Δευτέρα, αποτελεί την πλέον πρόσφατη περίπτωση μεγάλης εμπορικής συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης.

Σύμφωνα με στοιχεία του Reuters, το ύψος των διασυνοριακών εξαγορών και συγχωνεύσεων, στα 153,2 δισ. ευρώ, είναι αυξημένο κατά 82% σε σχέση με το αντίστοιχο χρονικό διάστημα πέρυσι και βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο από τουλάχιστον το 2007. Η έκρηξη των διασυνοριακών εξαγορών και συγχωνεύσεων εξηγείται από την αισιοδοξία που επικράτησε στα χρηματιστήρια παγκοσμίως μετά την εκλογή του κ. Τραμπ τον περασμένο Νοέμβριο.

Αισιόδοξες και ενισχυμένες από την ανατίμηση του δολαρίου έναντι του ευρώ μετά την εκλογή Τραμπ (σήμερα η ισοτιμία έχει υποχωρήσει περίπου στο επίπεδο όπου βρισκόταν πριν από τις αμερικανικές εκλογές), οι αμερικανικές εταιρείες άρχισαν να εξαγοράζουν ευρωπαϊκές ανταγωνίστριές τους.

Η διατήρηση των επιτοκίων δανεισμού σε χαμηλά επίπεδα τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ε.Ε. διευκόλυνε ακόμη περισσότερο τις αμερικανικές εταιρείες που αναζητούν επενδυτικές ευκαιρίες, ώστε να ενισχύσουν την κερδοφορία τους που έχει πληγεί από τη σχετικά υποτονική ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας τα τελευταία τρίμηνα.

Μάλιστα, το ύψος των διασυνοριακών εξαγορών και συγχωνεύσεων θα ήταν πολύ μεγαλύτερο, αν είχε καταφέρει η αμερικανική πολυεθνική εταιρεία τροφίμων Kraft Heinz Co να εξαγοράσει την ολλανδοβρετανική πολυεθνική Unilever.

Ωστόσο η προσφορά, ύψους 128 δισ. ευρώ, που είχε καταθέσει στις 17 Φεβρουαρίου η αμερικανική εταιρεία απορρίφθηκε από την Unilever ως μη έχουσα «προοπτική, στρατηγική ή οικονομική» και το αρνητικό κλίμα που είχε διαμορφωθεί από τη βρετανική κυβέρνηση και τα συνδικάτα είχε αναγκάσει την αμερικανική εταιρεία να μην καταθέσει νέα, βελτιωμένη προσφορά, και να αποσύρει την πρόταση μόλις δύο ημέρες αργότερα. Αντιθέτως, η αμερικανική πολυεθνική Johnson & Johnson είχε καταφέρει να εξαγοράσει, στα τέλη Ιανουαρίου, την ελβετική εταιρεία βιοτεχνολογίας Actelion έναντι 27 δισ. ευρώ, όλα σε μετρητά, συμφωνία που είναι η μεγαλύτερη που έχει κλείσει η αμερικανική εταιρεία στα 130 χρόνια της ιστορίας της.

Ελβετικές και ολλανδικές εταιρείες είναι μέχρι στιγμής ο βασικός στόχος των αμερικανικών εταιρειών, οι οποίες έχουν δαπανήσει 63 δισ. ευρώ σε εξαγορές στις δύο χώρες. Βέβαια, ορισμένες ευρωπαϊκές εταιρείες δεν είναι έτοιμες να απολέσουν την ανεξαρτησία τους. Εκτός από τη Unilever, και η ολλανδική εταιρεία χρωμάτων Akzo Nobel απέρριψε στις αρχές Μαΐου την πρόταση εξαγοράς, έναντι 23,5 δισ. ευρώ, που κατέθεσε η αμερικανική ανταγωνίστρια της PPG Industries.

Ωστόσο, η απόρριψη της προσφοράς εξαγρίωσε τους μετόχους της Akzo Nobel, που την περασμένη Δευτέρα κατέφυγαν στα δικαστήρια του Αμστερνταμ, προσπαθώντας να αναγκάσουν τη διοίκηση να δεχθεί την προσφορά. Οι βρετανικές εταιρείες είναι αυτές που έχουν πραγματοποιήσει τις υψηλότερες εξαγορές αμερικανικών εταιρειών.

Οι συμφωνίες που έχουν ολοκληρώσει βρετανικές εταιρείες από την αρχή του έτους ανέρχονται σε 19 δισ. ευρώ. Ακολουθούν οι ελβετικές εταιρείες, που έχουν δαπανήσει 10,3 δισ. ευρώ ώστε να εξαγοράσουν αμερικανικές ανταγωνίστριές τους. Τον Φεβρουάριο η βρετανική πολυεθνική Reckitt Benckiser είχε ανακοινώσει την εξαγορά της αμερικανικής εταιρείας παραγωγής βρεφικών τροφών Mead Johnson έναντι 14,8 δισ. ευρώ.

Ως οικονομικός σύμβουλος στις συμφωνίες εξαγοράς και συγχώνευσης κυριαρχεί η αμερικανική τράπεζα Bank of America Merrill Lynch, η οποία έχει κλείσει συμφωνίες συνολικού ύψους 74,1 δισ. ευρώ, ποσόν που αντιπροσωπεύει το 48% του συνόλου των εξαγορών και συγχωνεύσεων.

Πηγή: Καθημερινή


Exit mobile version