Στο τετ α τετ Τραμπ-Μέρκελ στρέφεται το διεθνές ενδιαφέρον

Το τετ α τετ αναμένεται με περιέργεια και τις δύο ακτές του Ατλαντικού: ο Ντόναλντ Τραμπ υποδέχεται σήμερα την καγκελάριο της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ με την επιθυμία να προτάξει την σταθερότητα των δεσμών ανάμεσα στις δύο συμμάχους έπειτα από ανταλλαγή έντονων δηλώσεων.

Η Ευρώπη έχει τα μάτια στραμμένα στη συνάντηση αυτή στο Οβάλ Γραφείο και στη συνέντευξη Τύπου που θα ακολουθήσει για να διαπιστώσει μέχρι πού η γερμανίδα καγκελάριος και κεντρική προσωπικότητα της Ευρωπαϊκής Ενωσης θα κρατήσει τις αποστάσεις της από τον νέο κάτοικο του Λευκού Οίκου.

«Την σέβομαι, την συμπαθώ, αλλά δεν την γνωρίζω», είχε δηλώσει ο Τραμπ στα μέσα Ιανουαρίου.

Και ήλθε η ώρα για να γνωριστούν, αυτοί οι δύο ηγέτες με την τόσο διαφορετική διαδρομή, στυλ και πολιτικές επιλογές.

Καθώς πλησιάζει η ώρα του ραντεβού, ο Λευκός Οίκος επέμεινε να τονίζει την δύναμη της σχέσης με τη Γερμανία και το γεγονός ότι ο Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει να επωφεληθεί από την εμπειρία της καγκελαρίου, ιδιαίτερα στο θέμα των σχέσεων με τον κύριο του Κρεμλίνου Βλαντίμιρ Πούτιν ή στο θέμα της Ουκρανίας.

Αξιωματούχος του Λευκού Οίκου προέβλεψε μία «εγκάρδια και πολύ θετική συνάντηση». Η καγκελάριος πηγαίνει στην Ουάσινγκτον με «ανοικτό πνεύμα», τόνισε από την πλευρά του γερμανός αξιωματούχος. «Είναι πάντα καλύτερα να συνομιλεί κανείς, παρά να μιλά ο ένας για τον άλλο».

Ομως οι οξείες δηλώσεις, κάποτε αντιφατικές, του εβδομηντάχρονου επιχειρηματία κατά τις τελευταίες εβδομάδες δεν μπορεί παρά να βαρύνουν σε αυτό το πρώτο τετ α τετ.

Ο Τραμπ επετέθη με σφοδρότητα στην Ευρώπη, επαινώντας το «καταπληκτικό» Brexit ή προβλέποντας ότι και άλλες χώρες θα εγκαταλείψουν την Ευρωπαϊκή Ενωση, αλλά επετέθη επίσης και μετωπικά στη Γερμανία, καταγγέλλοντας τον κυρίαρχο ρόλο της και χαρακτηρίζοντας την πολιτική υποδοχής των προσφύγων «καταστροφική».

«Η Γερμανία αντιμετωπίζει σήμερα τις Ηνωμένες Πολιτείες με ένα μίγμα αμφιβολίας και ανησυχίας», δηλώνει ο Τζέφρι Ράτκε, του Center for Strategic and International Studies (CSIS) επισημαίνοντας πόσο η κυβέρνηση Τραμπ ήταν μη δημοφιλής στους κόλπους της γερμανικής ηγεσίας και τονίζοντας τις ανησυχίες που συνδέονται «με τις σχέσεις του προέδρου και ορισμένων μελών του στενού του κύκλου προς εθνικιστικά και λαϊκιστικά κινήματα στην Ευρώπη».

Εντάσεις για το ελεύθερο εμπόριο

Για την Άνγκελα Μέρκελ, που διεκδικεί τέταρτη θητεία στην καγκελαρία και θα απευθυνθεί επίσης στους συμπατριώτες της, η επίσκεψη αυτή θα είναι μία άσκηση ισορροπίας: επιβεβαίωση της ισχύος των διατλαντικών δεσμών, οικονομικών και στρατιωτικών, με παράλλη διατήρηση των αποστάσεων από την ομάδα Τραμπ.

Είναι πολύ πιθανό ότι η γερμανίδα καγκελάριος θα φροντίσει να μην επαναληφθεί η σκηνή που χαρακτήρισε την επίσκεψη της βρετανίδας πρωθυπουργού στον Λευκό Οίκο: η Τερέζα Μέι τείνοντας το χέρι στον Ντόναλντ Τραμπ βαδίζοντας στον προαύλιο χώρο του Λευκού Οίκου.

Επί της ουσίας, η Άνγκελα Μέρκελ αναμένεται να τονίσει την προσήλωσή της στο ελεύθερο εμπόριο τη στιγμή που η νέα αμερικανική κυβέρνηση , υπό το προεκλογικό σύνθημα «Πρώτα η Αμερική» , παραμένει προσκολλημένη σε μία ρητορική προστατευτισμού.

Σύμφωνα με αμερικανό αξιωματούχο, ο Λευκός Οίκος δεν έχει ακόμη καταλήξει στην οριστική του θέση για την συμφωνία ελευθέρου εμπορίου με την Ευρωπαϊκή Ενωση, αντικείμενο δύσκολης διαπραγμάτευσης από το 2013 και στην οποία ήταν προσηλωμένος ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα.

Αλλο σημείο τριβής θα είναι το Κλίμα, το οποίο η Γερμανία εννοεί να καταστήσει κεντρικό θέμα στη σύνοδο κορυφής της Ομάδας των 20 (G20), της οποίας θα προεδρεύει, στο Αμβούργο τον Ιούλιο.

Στο σχέδιο προϋπολογισμού που παρουσίασε χθες, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας: σε εθνικό όπως και σε διεθνές επίπεδο θα προχωρήσει σε περικοπές στο σύνολο των πόρων που είναι αφιερωμένοι στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Ο Ντόναλντ Τραμπ αναμένεται επίσης να επιμείνει στο θέμα της αύξησης των στρατιωτικών δαπανών των εταίρων των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ. Το Βερολίνο, που δαπανά 1,2% του ΑΕΠ του για την άμυνα, συμφωνεί σε μία σταδιακή αύξηση μέχρι το 2% των αμυντικών δαπανών, αλλά η πολιτική συζήτηση για το θέμα του χρονοδιαγράμματος παραμένει πολύ έντονη στη Γερμανία.


Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Exit mobile version