Bloomberg: ‘Ασχημη χρονική στιγμή να βασιστείς στην Κίνα

Η κρίση στην Κίνα αλλάζει τα δεδομένα για χώρες που έχουν δέσει ή φιλοδοξούν να δέσουν την οικονομική προοπτική τους με το Πεκίνο, αναφέρει σχόλιο στο Bloomberg View.

Η ομπρέλα της αστάθειας απλώνεται παντού: από τις αναδυόμενες αγορές που προμηθεύουν πρώτες ύλες και τις ΗΠΑ που εισάγουν από το Πεκίνο, έως την ευρωζώνη με αιχμή τη Γερμανία που εξάγει μηχανολογικό εξοπλισμό και την Ελλάδα που με την ιδιωτικοποίηση των λιμανιών διεκδικεί ρόλο στις εμπορικές διαμετακομιστικές διόδους… του μεταξιού.

Το σχόλιο στο Bloomberg View αναφέρει:

Τώρα που η δραστηριότητα στην κινεζική βιομηχανία συρρικνώνεται, οι χώρες που έμαθαν να εξαρτώνται από τη θεαματική ανάπτυξή της -ιδίως οι προμηθευτές πρώτων υλών- θα πρέπει να προσαρμοστούν. Σε ορισμένες περιπτώσεις, θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουν τις οικονομίες τους.

Ο όγκος του παγκόσμιου εμπορίου μειώθηκε κατά 1,5% το πρώτο τρίμηνο και κατά επιπλέον 0,5% τους επόμενους τρεις μήνες. Ήταν η χειρότερη πτώση σε διάστημα έξι ετών και πυροδότησε μια έντονη ακαδημαϊκή συζήτηση ως προς το γιατί συνέβη. Κάθε εξήγηση που δόθηκε, περιλάμβανε το ρόλο της Κίνας στην ασυνήθιστα υψηλή εμπορική ανάπτυξη των τελευταίων δύο δεκαετιών, ένα φαινόμενο που γίνεται ιδιαίτερα αισθητό μέσω της σύγκρισης της επέκτασης των κινεζικών εξαγωγών με αυτές της παγκόσμιας οικονομίας:

Η Κίνα αξιοποίησε το άφθονο και φθηνό εργατικό δυναμικό της για να παράγει αγαθά σε ανταγωνιστικές τιμές, αξιοποιώντας το πλεονέκτημα αυτό στο μέγιστο στην εξαγωγική αγορά. Έχει, για παράδειγμα, χρησιμοποιήσει τους πιο ευνοϊκούς δασμούς επί των εισαγόμενων αγαθών που προορίζονταν για μεταποίηση και επανεξαγωγή, μια επιχείρηση που αντιστοιχεί στο 30-50% των συνολικών εμπορικών συναλλαγών της Κίνας, σύμφωνα με πρόσφατη εργασία των Jiansuo Pei, Cuihong Yang και Shunli Yao.

Αυτό το πλεονέκτημα έχει, ωστόσο, εξασθενίσει τα τελευταία χρόνια. Ο μέσος μισθός στην Κίνα διαμορφωνόταν στα 770 δολάρια το μήνα στο τέλος του περασμένου έτους -υψηλότερα από τα 591 δολάρια στη Ρωσία και τα 591 δολάρια στη Ρουμανία. Πλέον το made in China δεν είναι πάντα η καλύτερη επιλογή.

Στο μεταξύ, παρότι η εγχώρια κατανάλωση αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς στην Κίνα (ανέβηκε 10% σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο), επεκτείνεται πιο αργά από ό, τι πριν από πέντε χρόνια (όταν η αύξηση των λιανικών πωλήσεων πλησίαζε το 20%) και δεν μπορούν να αντισταθμίσει πλήρως τις ασθενέστερες εξαγωγές. Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση έχει προσπαθήσει να στραφεί σε “εξυπνότερη” ανάπτυξη που θα στηρίζεται περισσότερο στις υπηρεσίες. Το καθαρό αποτέλεσμα είναι η μείωση της συμβολής της βιομηχανίας στην ανάπτυξη της Κίνας:

Μέχρι τώρα, οποιαδήποτε επέκταση στον τομέα της μεταποίησης δείχνει να εξασθενεί εντελώς. Ο δείκτης μεταποιητικής δραστηριότητας PMI υποχώρησε στο 49,7% τον Αύγουστο από 50% τον Ιούλιο, που σημαίνει συρρίκνωση της δραστηριότητας. Μια ανάκαμψη θα μπορούσε να προέλθει μόνο από τις εξαγωγές και ο μόνος γρήγορος τρόπος για να συμβεί αυτό θα ήταν να υποτιμηθεί εκ νέου το γουάν, ακόμη περισσότερο από όσο το υποτίμησαν οι κινεζικές αρχές.

Αυτό είναι άσχημα νέα για τη μακρά λίστα χωρών που χαιρέκακα τροφοδοτούσαν την κινεζική άνθιση με τις δικές τους εξαγωγές. Οι εξαγωγές προς την Κίνα έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία για τις περισσότερες χώρες της ομάδας των G20 τα τελευταία χρόνια:

Η Αυστραλία, η Βραζιλία και η Νότια Αφρική, έχουν καταλήξει να εξαρτώνται σημαντικά από την προμήθεια πρώτων υλών προς την Κίνα. Η Ρωσία, που άργησε χαρακτηριστικά να συμμετάσχει στο πάρτι, προσπαθεί τώρα να αναπτύξει μια τέτοια σχέση εξάρτησης, ακριβώς την ώρα που θα έπρεπε να τη μειώσει. Αλλά και η Νότια Κορέα, οι εξαγωγές της οποίας προς την Κίνα είναι ως επί το πλείστον τελικά προϊόντα -πλοία, μηχανήματα, τσιπ υπολογιστών- αισθάνεται κάποιο πόνο: γνώρισε πτώση 8,8% των αποστολών προς την Κίνα τον Αύγουστο.

Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες και η Τουρκία, αντιθέτως, είναι μια χαρά: οι εξαγωγές τους είναι αρκετά διαφοροποιημένες για να επηρεαστούν από την επιβράδυνση της Κίνας. Οι χειρότερες περιπτώσεις εξάρτησης από την Κίνα εντοπίζονται έξω από τις 20 μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου: το 2013, η Κίνα αντιπροσώπευε το 90% των εξαγωγών της Μογγολίας, το 70% του Τουρκμενιστάν (σχεδόν όλες αφορούσαν το φυσικό αέριο) και ποσοστό 45 έως 70% αυτών της Αγκόλα, της Δημοκρατίας του Κονγκό, της Γκάμπια και της Μαυριτανίας. Για την Αφρική, όπου ο ρόλος της Κίνας αναπτύχθηκε γρήγορα στη δεκαετία του 2000, καθώς άλλοι μεγάλοι παίκτες έδειξαν μικρό ενδιαφέρον, μια πτώση της κινεζικής ζήτησης δεν θα ήταν τίποτα λιγότερο από μια τραγωδία.

Η Κίνα δεν υποσχέθηκε ποτέ πως θα είναι για πάντα το παγκόσμιο εργοστάσιο για πάντα. Το προσανατολισμένο στις εξαγωγές μοντέλο της ήταν μια χαρά για λίγο, διότι επέτρεψε τη γρήγορη ανάπτυξη, αλλά επίσης κατέστρεψε το περιβάλλον της χώρας και έκανε την οικονομία να εξαρτάται από την εξωτερική ζήτηση, η οποία, όπως απέδειξε η πρόσφατη οικονομική κρίση, μπορεί να είναι αναξιόπιστη. Αυτό το μοντέλο σταδιακά αποσυναρμολογείται και οι χώρες που στήριξαν τα δικά τους οικονομικά σχέδια πάνω σε αυτό πρέπει να το επανεξετάσουν και να προετοιμαστούν για την επιβράδυνση της ανάπτυξης.

Πηγή: Bloomberg View, capital.gr

Exit mobile version