Μπορεί να υποχωρεί το ποσό των ληξιπρόθεσμων οφειλών των καταναλωτών προς τους παρόχους ηλεκτρικού ρεύματος, ωστόσο για τους συνεπείς εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα υψηλό το ποσό της επιβάρυνσης.
Όπως έδειξαν τα τελευταία στοιχεία της ετήσιας έκθεσης της αρμόδιας ρυθμιστικής αρχής (ΡΑΑΕΥ) για την λιανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας , τα συνολικά φέσια των νοικοκυριών, των μικρών, μεσαίων και των μεγάλων επιχειρήσεων μειώθηκαν κατά 22% το 2025 σε σχέση με το 2024, καθώς ανήλθαν στα 2,65 δισ. ευρώ έναντι 3,4 δισ. ευρώ. Αυτό αντανακλά από τη μια, στο ότι μια μερίδα του πληθυσμού δυσκολεύεται να αποπληρώσει τον λογαριασμό ρεύματος και από την άλλη η ασυλία εξακολουθεί να παρέχει το θεσμικό πλαίσιο στους στρατηγικούς κακοπληρωτές.
Αξίζει να σημειωθεί πως, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, 2,9 εκατομμύρια είναι ο αριθμός παροχών που έχει ανεξόφλητες οφειλές από 7,2 εκατομμύρια που είναι στο σύνολο. Δηλαδή περίπου 4 στις 10 παροχές έχουν χρέη προς τους προμηθευτές. Αυτό, αποτελεί « σημαντική πηγή πιστωτικού κινδύνου για τη βιωσιμότητα των προμηθευτών και εντέλει, τη συνολική λειτουργία της αγοράς » σύμφωνα με τη ΡΑΑΕΥ. Σημειώνεται δε, πως περισσότεροι από αυτούς τους καταναλωτές είναι στρατηγικοί κακοπληρωτές, καθώς εκμεταλλεύονται τη δυνατότητα που τους δίνει ο νόμος, στο να μετακινούνται από μήνα σε μήνα σε άλλον προμηθευτή αλλά και να αφήνουν χρέη στον προηγούμενο.
Ακόμη επισημαίνεται πως, ακόμη δεν έχει θεσπιστεί το πλαίσιο για την απαγόρευση του ενεργειακού τουρισμού.
Tι άλλο έδειξαν τα στοιχεία της έκθεσης της ΡΑΑΕΥ
« Το συνολικό ύψος των οφειλών, το οποίο προσεγγίζει τα 3 δισ. ευρώ, καταδεικνύει την έκταση του φαινομένου και τη σημασία του για τη βιωσιμότητα των προμηθευτών, τη διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου και, εν τέλει, τη συνολική λειτουργία της λιανικής αγοράς. Παράλληλα, η ύπαρξη σημαντικών οφειλών παλαιών πελατών αναδεικνύει την ανάγκη αποτελεσματικής διαχείρισης του κινδύνου που δημιουργείται κατά τη μετακίνηση πελατών μεταξύ προμηθευτών. Η δυνατότητα αλλαγής προμηθευτή αποτελεί βασικό στοιχείο της ανταγωνιστικής αγοράς και της ελευθερίας επιλογής του καταναλωτή, ωστόσο η συσσώρευση ανεξόφλητων οφειλών μετά τη μετακίνηση δύναται να μεταφέρει κόστος στους προμηθευτές και, τελικά, στο σύνολο των συνεπών καταναλωτών» τόνισε μεταξύ άλλων η Αρχή.
Μεταξύ άλλων τα στοιχεία της έκθεσης της ΡΑΑΕΥ έδειξαν πως:
- Τα 2,9 εκατ. άγγιξε ο αριθμός παροχών με ανεξόφλητες οφειλές από περίπου 7,2 εκατ. που ήταν στο σύνολο. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές συγκεντρώθηκαν κυρίως στη Χαμηλή Τάση και το ποσό 2,1 δισ. αντιστιχούσε περίπου στο 80% των συνολικών οφειλών. Ακολούθησε η Μέση Τάση, με 683,79 εκατ. ευρώ και το ποσοστό ήταν σχεδόν στα 25,8%, ενώ η Υψηλή Τάση αντιπροσώπευσε σημαντικά μικρότερο μέρος των οφειλών, ύψους 214,3 εκατ. ευρώ. Ο τελευταίος αριθμός μεταφράστηκε σε ένα ποσοστό του 8%.
- Σχεδόν 710 εκατ ευρώ αφορούσαν οφειλές νοικοκυριών (131 εκατ. υφιστάμενων πελατών και 577 εκατ. παλαιών) της Χαμηλής Τάσης από τα 2,1 δισ. ευρώ των οφειλών της και 819 εκατ. ευρώ ήταν οι οφειλές εμπορικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων. Από αυτά, τα 607 εκατ. ευρώ ευθύνονταν πελάτες από το παρελθόν.
- Οι οφειλές πελατών στη Μέση Τάση (μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις) ανήλθαν σχεδόν στα 526 εκατ. ευρώ, ενώ οι οφειλές πελατών στην Υψηλή Τάση (134 παροχές μεγάλων επιχειρήσεων).ήταν σε περίπου 55 εκατ.
