Καλή χρονιά για το κρασί, κακή για τους αμπελουργούς

Μια εξαιρετική χρονιά με ποιοτικό κρασί, αλλά χαμηλές τιμές και υψηλούς φόρους για τους Ελληνες αμπελουργούς επιφυλάσσει ο φετινός τρύγος. Η αμπελουργική παραγωγή φέτος χαρακτηρίζεται πολύ καλή από άποψη ποιότητας, αλλά σε περιοχές όπως η Κρήτη, η Νότια Ελλάδα και ο Τύρναβος θα είναι πολύ μειωμένη.

Στο Ηράκλειο η μείωση υπερβαίνει το 60%, ενώ στον Τύρναβο η παραγωγή Μοσχάτου θα είναι μειωμένη κατά 50% και στα λευκά σταφύλια 10?15%. Στις περιοχές όμως όπου η παραγωγή υπολογίζεται στα περσινά επίπεδα, όπως στη Νεμέα, το ύψος επίσης θεωρείται χαμηλό, καθώς πέρυσι η σταφυλική παραγωγή ήταν από τις μικρότερες των τελευταίων δεκαετιών.

Ωστόσο, παρά τη μείωση της παραγωγής φέτος, οι τιμές δεν δείχνουν έντονες τάσεις ανόδου σε σχέση με εκείνες του 2015. Συγκεκριμένα, οι τιμές αναμένεται να διαμορφωθούν στα περσινά επίπεδα με ελαφρά αυξητικές τάσεις. Για παράδειγμα, οι τιμές παραγωγού στο Σαββατιανό κινούνται από 0,28 έως 0,31 ευρώ ανά λίτρο, ενώ στις ποικιλίες κόκκινου κρασιού, όπως το Cabernet, το Merlot και το Αγιωργίτικο, οι τιμές κινούνται στα επίπεδα των 0,40 ευρώ ανά λίτρο.

Το μεγάλο πρόβλημα φέτος για τους αμπελουργούς, όπως περιγράφει στο «Εθνος» ο οινοπαραγωγός και πρόεδρος του συνεταιρισμού Κορωπίου, Σταμάτης Γεωργάκης, «είναι το φορολογικό, καθώς όσοι δεν είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες φορολογούνται από το πρώτο ευρώ. Η αλλαγή στον ορισμό τού κατά κύριο επάγγελμα αγρότη, με την αύξηση του ποσοστού εισοδήματος από αγροτικές δραστηριότητες από 33 σε 50%, μείωσε σημαντικά τον αριθμό τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο συνεταιρισμός μας, που η πλειοψηφία των μελών του δεν θεωρούνται πλέον κατά κύριο επάγγελμα αγρότες».

Το φετινό κρασί, επισημαίνει ο πρόεδρος του συνεταιρισμού Κορωπίου, Σταμάτης Γεωργάκης, «θα είναι άριστης ποιότητας με εξαιρετικά οργανοληπτικά χαρακτηριστικά, αλλά αυτό δεν προοιωνίζεται κάτι θετικό για τους αμπελουργούς».

Λαθραία διακίνηση



Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στο κρασί έχει προκαλέσει μεγάλη αποσταθεροποίηση στην αγορά. Η λαθραία διακίνηση κρασιού έχει δεκαπλασιαστεί σε σχέση με πριν. Το 60% του χύμα κρασιού κυκλοφορεί πλέον λαθραία.

Από τους 160.000 αμπελουργούς μόνο οι 27.000 υπέβαλαν δήλωση συγκομιδής, συνεπώς δεν μπορεί να ελεγχθεί η αγορά. Από τα 650 οινοποιεία δηλώθηκαν τα 60 με υπαιτιότητα του κρατικού μηχανισμού.

Απόλυτα αναποτελεσματική κρίνεται η επιβολή του πρόσθετου φόρου στο κρασί. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2015 ο συνεταιρισμός Κορωπίου κατέβαλλε στο Δημόσιο κάθε μήνα 12.000 ευρώ για ΦΠΑ. Φέτος ο ΦΠΑ και ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης που καταβάλλει σε μηνιαία βάση ο συνεταιρισμός όχι μόνο δεν έχει αυξηθεί, αλλά μειώθηκε στις 9.000 ευρώ.

Στον Τύρναβο πάντως ο τρύγος άρχισε με τις πρώιμες ποικιλίες και θα συνεχιστεί τις επόμενες ημέρες με την υπόλοιπη παραγωγή. Από τον Οινοποιητικό Συνεταιρισμό ήδη μέχρι τώρα έχουν παραληφθεί οι ποικιλίες Chardonnay και Cabernet Sauvignon και αναμένεται να παραληφθούν οι ποικιλίες Cabernet, Merlot. Επίσης σύντομα θα ξεκινήσει η παραλαβή των σταφυλιών από τις ποικιλίες Μπατίκι, Ugni blanc και από όλες τις άλλες λευκές οινοποιήσιμες ποικιλίες, εκτός από τον Ροδίτη και το Σαββατιανό. Ο συνεταιρισμός της Καρδίτσας από την 1η Σεπτεμβρίου άρχισε να παραλαμβάνει σταφύλια, των ποικιλιών Syrah, Cabernet, Carignan και Ασύρτικο, ενώ θα ακολουθήσουν Μοσχάτο Αμβούργου, ο Ροδίτης και το Σαββατιανό, για να ολοκληρωθεί η διαδικασία με το Μαύρο Μεσενικόλα.

Η Ελλάδα κατατάσσεται στη δωδέκατη θέση παγκοσμίως από άποψη όγκου παραγωγής κρασιού σύμφωνα με τα στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Αμπέλου και Οίνου (OIV). Προηγούνται η Ιταλία, η Γαλλία, η Ισπανία, οι ΗΠΑ, η Αργεντινή, η Αυστραλία, η Χιλή, η Ν. Αφρική, η Γερμανία, η Πορτογαλία και η Ρουμανία.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον ΚΕΟΣΟΕ, αν και η Ευρώπη μείωσε τη συνολική έκταση των αμπελώνων της, τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει αύξηση της παραγωγής, γεγονός που δείχνει αύξηση των μέσων αποδόσεων του ευρωπαϊκού αμπελώνα μέσω των προγραμμάτων αναδιάρθρωσης. Οι κυριότερες εξαγωγικές ευρωπαϊκές χώρες οίνου είναι η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Γερμανία και η Πορτογαλία, οι οποίες καλύπτουν το 70% των παγκόσμιων εξαγωγών.

Πάνω από 350 ποικιλίες – διαμάντια στον ελληνικό αμπελώνα

Στον ελληνικό αμπελώνα είναι καταγεγραμμένες περισσότερες από 350 ποικιλίες σταφυλιών, ελληνικές ή ελληνογενούς προέλευσης. Τα ΠΟΠ κρασιά αντιστοιχούν στο 10% της συνολικής παραγωγής, το 20% αφορά ποικιλίες Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ενδειξης (ΠΓΕ), σχεδόν το 4% προέρχεται από διάφορες τοπικές ποικιλίες και το συντριπτικό ποσοστό (66%) είναι επιτραπέζια χωρίς καμία ένδειξη.

Τα αμπέλια στη χώρα μας, όπως αναφέρει στο «Εθνος» ο γεωπόνος Κάσσανδρος Γάτσιος, εκτείνονται από τη Θράκη ως την Κρήτη και από τα νησιά του Αιγαίου έως το Ιόνιο. Σε πολλές περιοχές καλλιεργούνται συχνά με ιδιαίτερες και μοναδικές τεχνικές (π.χ. οι κουλούρες στη Σαντορίνη) και σχεδόν στο σύνολό τους χειρωνακτικά και όχι μηχανικά. Οι δεδομένες συνθήκες ανεβάζουν το κόστος παραγωγής της πρώτης ύλης, καθώς οι στρεμματικές αποδόσεις είναι μικρές, διατηρούν όμως την ποιότητα σε υψηλά επίπεδα.

Η Πελοπόννησος αποτελεί την κυριότερη περιοχή παραγωγής κρασιού στην Ελλάδα, αφού περίπου το 35% της συνολικής παραγωγής παράγεται εκεί. Στις ήδη αναγνωρισμένες ΠΟΠ αμπελουργικές ζώνες, όπως είναι η ζώνη της Νεμέας με την περίφημη ποικιλία Αγιωργίτικο, προστέθηκε το 2010 και η Μονεμβασιά ? Malvasia που είναι μια αρχαία ποικιλία. Η λευκή ποικιλία Μονεμβασιά συμμετέχει κατά τουλάχιστον 51% στο γλυκό κρασί της νέας ζώνης και φιλοδοξεί, σε συνδυασμό με την Κυδωνίτσα, το Ασύρτικο και τις Ασπρούδες, να αναβιώσει τον μύθο της Malvasia που άρχισε τον 12ο αιώνα.

Ιδια προσπάθεια αναβίωσης παλιών ποικιλιών γίνεται στην Ικαρία, τη Χίο και την Τήνο, με τις ποικιλίες Φωκιανό, Μπεγλέρι, Μανδηλαριά, Κρασερό, Χιώτικο, Ασύρτικο και το Μαυροτράγανο. Στην περιοχή της Μαντινείας, ένα ακόμη κρασί προστέθηκε στη μικρή ομάδα των ΠΟΠ, το «αφρώδες Μοσχοφίλερο».

Η Κρήτη είναι μια μεγάλη οινοπαραγωγός περιοχή όπου παράγεται το 25% της ελληνικής παραγωγής. Στην Κρήτη δημιουργήθηκαν νέας τεχνολογίας οινοποιεία, πολλοί νέοι έγιναν οινοποιοί, και έγιναν καινούργιες φυτεύσεις με παλιές ντόπιες ποικιλίες, όπως το Δαφνί, το Βιδιανό και το Πλατύ.

Στο Αιγαίο οι γνωστές αμπελουργικές ζώνες των «λιαστών Μοσχάτων» στη Σάμο και στη Λήμνο αποσπούν μεγάλες διακρίσεις και βραβεία σε διεθνείς διαγωνισμούς, ενώ στη Ρόδο η αναγνώριση έρχεται με την καθιέρωση ζώνης ονομασίας προέλευσης για τα αφρώδη κρασιά. Εξίσου σημαντική και η αναγνώριση της Σαντορίνης με το εκπληκτικό της Ασύρτικο.

Στη Μακεδονία, τα ΠΟΠ κρασιά Νάουσα και Αμύνταιο αναδεικνύονται εξαιρετικά με την ποικιλία Ξινόμαυρο. Η Ηπειρος, με τα ορεινά αμπέλια του Μετσόβου, όπου καλλιεργήθηκε για πρώτη φορά το Cabernet Sauvignon, και τη ζώνη ονομασίας προέλευσης της Ζίτσας, που εκφράζεται μέσα από τη λευκή ποικιλία Ντεμπίνα, κερδίζει συνεχώς σε φήμη λόγω της υψηλής ποιότητας.

Η Στερεά Ελλάδα με τους μεγάλους αμπελώνες της Αττικής και της Βοιωτίας και η Εύβοια παράγουν μεγάλες ποσότητες κρασιού, κυρίως ρετσίνα, καλύπτοντας τις ανάγκες για φθηνό χύμα προϊόν. Η Θράκη, από τις πλέον πρόσφατες περιοχές στην αμπελουργική αναδιάρθρωση της Β.Ελλάδας, ξαναφέρνει στην επικαιρότητα τον φημισμένο οίνο της Μαρώνειας.

Στο Παγγαίο όρος, παρότι η αμπελοκαλλιέργεια είχε εγκαταλειφθεί λόγω του καπνού, στις αρχές του 20ού αιώνα άρχισε να κερδίζει και πάλι έδαφος, δίνοντας ευκαιρία στην περιοχή για την παραγωγή εξαιρετικών κρασιών, όπως το Λημνιό και το Ασύρτικο.

Η Χαλκιδική προχώρησε τόσο σε φυτεύσεις διεθνών ποικιλιών όσο και στην αναβίωση μίας από τις καλύτερες λευκές ελληνικές ποικιλίες, της Μαλαγουζιάς, που σήμερα πρωταγωνιστεί σχεδόν σε ολόκληρη την Ελλάδα. Η Κοζάνη στη ζώνη του Βελβεντού αλλά και της Σιάτιστας, με τα «λιαστά Μοσχόμαυρα» σταφύλια τους, αποτελεί και πάλι τμήμα του νέου αμπελοοινικού χάρτη της Ελλάδας.

Τέλος, από τα Ιόνια νησιά, η Κεφαλλονιά με τη Ρομπόλα και τη Μαυροδάφνη ανανεώνει τη σταθερή της πορεία τόσο μέσα από μοντέρνες οινοποιήσεις όσο και μέσα από τον παραδοσιακό τρόπο της βιολογικής γεωργίας.





Exit mobile version