«Ακόμη και με δωρεάν χρήμα, η Μέρκελ παραμένει διστακτική να δαπανήσει»

«Ακόμη και με δωρεάν χρήμα, η Μέρκελ παραμένει διστακτική να δαπανήσει» είναι ο τίτλος δημοσιεύματος στο Bloomberg επισημαίνοντας πως στη Γερμανία δεν υπάρχει δανεισμός απαλλαγμένος από ενοχές ακόμη και όταν ο πιστωτής είναι αυτός που πληρώνει τον δανειολήπτη.

«Στα γερμανικά, η λέξη χρέος είναι η ίδια με τη λέξη ενοχή» αναφέρει ο πρώην Ιταλός πρωθυπουργός Mario Monti σε συνέντευξή του. Η λέξη είναι «Schuld».

Ο Monti είναι μεταξύ των επικριτών που υποστηρίζουν ότι η απροθυμία της καγκελαρίου Μέρκελ να βγάλει την «πιστωτική κάρτα», αποτελεί τροχοπέδη για την οικονομία της ευρωζώνης και καθιστά πιο δύσκολο να ξεπεράσει τις συνέπειες της χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Ο τελευταίος λόγος για την άσκηση κριτικής στην αδιαλλαξία είναι ότι η Γερμανία πλέον πληρώνει μόλις 0,2% για να δανειστεί για μία δεκαετία. Θα χρέωνε τους δανειστές της – μέσω των αρνητικών επιτοκίων – για να δανειστεί για χρονικό διάστημα πέντε ετών.

«Είναι σχεδόν παθολογικό» λέει ο Simon Tilford, αναπληρωτής διευθυντής του Κέντρου για την Ευρωπαϊκή Μεταρρύθμιση στο Λονδίνο. «Μιλάμε για μία οικονομία όπου η δημοσιονομική κατάσταση είναι ισχυρή, ο πληθωρισμός είναι εξαιρετικά χαμηλός και όπου η κυβέρνηση μπορεί να δανειστεί με σχεδόν μηδενικό επιτόκιο και εξακολουθεί να αρνείται να δαπανήσει».

Αυτή η αποστροφή, προέρχεται, σύμφωνα με το σκεπτικό, από τον υπερπληθωρισμό της δεκαετίας του 1920 και μία επιθυμία να αυξήσει το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών, έχουν προκαλέσει την αντίδραση των συμμάχων στην Ουάσιγκτον και το Παρίσι που επιθυμούν να κάνει περισσότερα για την επιτάχυνση της επέκτασης.

 

Γερμανικές δαπάνες

Οι δημόσιες επενδύσεις ως ποσοστό επί των γερμανικών κρατικών δαπανών έχουν μειωθεί σε επίπεδο λίγο υψηλότερο από το 10% από το 14% στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Μελέτες από το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, δείχνουν μία σταθερή υποχώρηση στην ποιότητα των υποδομών κατά την τελευταία δεκαετία.

Τα οικονομικά οφέλη θα μπορούσαν με το παραπάνω να καλύψουν το κόστος του δανεισμού. Μία μελέτη το Δεκέμβριο, από τους Selim Elekdag και Dirk Muir, οικονομολόγους στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, υπολόγισε ότι κρατικές δαπάνες ύψους 0,5% του ΑΕΠ για τέσσερα χρόνια, θα αύξαναν το ΑΕΠ κατά 0,75%.

Η δευτερογενής επίδραση (spillover effect) θα αύξανε επίσης την παραγωγή στην Ελλάδα, την Ιρλανδία, την Ιταλία, την Πορτογαλία και την Ισπανία κατά 0,33%. Όπως αναφέρει το Bloomberg, η ταχύτερη ανάπτυξη θα ήταν ευχάριστη είδηση για την ΕΚΤ, της οποίας η επιθετικότητα στην καταπολέμηση της κρίσης, έχει κερδίσει τη γερμανική οργή από την αρχή.

«Επομένως γιατί η Μέρκελ δεν ανοίγει το πορτοφόλι;» διερωτάται ο συντάκτης του Bloomberg. Καθώς έχει ως στόχο να διατηρήσει έναν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό έως τις εκλογές του 2017, το επιχείρηση είναι ότι η οικονομία τα πάει καλά χωρίς ενίσχυση, ένα χρέος ισοδύναμο με το 72% του ΑΕΠ, απαιτεί περικοπές για την εκπλήρωση των κανόνων της ευρωζώνης και η γήρανση του πληθυσμού απαιτεί εξοικονόμηση τώρα.

Ωστόσο, η Michelle Tejada, οικονομολόγος στο Roubini Global Economics LLC στο Λονδίνο, λέει ότι με το να μη δαπανεί τώρα, η Γερμανία μπορεί να βρει την οικονομία της να υπερθερμαίνεται σε συγκριτικά χαμηλούς ρυθμούς επέκτασης και αυτό καθιστά ακόμη πιο δύσκολη τη χρηματοδότηση των συντάξεων.

Η χώρα, μπορεί ακόμη και να καταλήξει να εγκαταλείψει το ρόλο της ως κινητήρια μηχανή της Ευρώπης, εάν η τάση του ρυθμού ανάπτυξης παραμείνει περίπου στο 1,7%.

«Δεν μπορείς να συντηρήσεις μία ολόκληρη περιοχή όταν η ανάπτυξη είναι τόσο χαμηλή» αναφέρει η Μ.Tejada.

 

Exit mobile version