Άρθρο του Ν.Καραμούζη – Πανδημία και Oικονομικό Kόστος: Μετάβαση σε Νέα Εποχή;


Γράφει ο Ν. Καραμούζης, Πρόεδρος Grant Thornton Ελλάδος, Μέλος Δ.Σ. του Ιδρύματος Ωνάση
Ο κόσμος παγκοσμίως βρίσκεται αντιμέτωπος με μία πρωτοφανή υγειονομική κρίση που κινδυνεύει να μετεξελιχθεί σε μία άνευ προηγουμένου οικονομική και κοινωνική διαταραχή μεγάλης εμβέλειας και ίσως και διαρκείας, επηρεάζοντας καθοριστικά το μέλλον των εθνικών οικονομιών, αλλά και της παγκόσμιας οικονομίας.
Το εντυπωσιακό γεγονός είναι ότι η πανδημία του κορονοϊού είναι ένα εξαιρετικά επικίνδυνο φαινόμενο, ο ιός μεταδίδεται εύκολα, δεν κάνει διακρίσεις, επηρεάζει σε διαφορετικό βαθμό όλες τις ηλικίες, φύλο, φτωχούς και πλούσιους, όλες τις χώρες του κόσμου, το σύνολο της παγκόσμιας ανθρώπινης κοινότητας.
Μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας
Για την αντιμετώπιση της πανδημίας, η πλειοψηφία των χωρών, (π.χ. Κίνα, Ιταλία, Ισπανία, Κορέα, Ελλάδα) έχουν υιοθετήσει τη στρατηγική της καταστολής για τον περιορισμό της εξάπλωσης του ιού και τον έλεγχο της εκθετικής αύξησής του στην κοινότητα, που συμπεριλαμβάνει μέτρα ακραίας φυσικής απόστασης και κοινωνικής απομόνωσης των πολιτών και ουσιαστικά παύση λειτουργίας της οικονομίας.
Στόχος, η επιβράδυνση της μεταδοτικότητας του ιού και η αποφυγή κατάρρευσης του εθνικού συστήματος υγείας κάθε χώρας, επιλογή, όμως, η οποία δημιουργεί, με το απόλυτο πάγωμα της οικονομικής δραστηριότητας που προκαλεί, τεράστιες και ανυπολόγιστες οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις, πρωτοφανείς ζημιές και άνευ προηγουμένου οικονομικές και κοινωνικές αναταράξεις και ανατροπές.
Επιπροσθέτως, χώρες που αρχικά υιοθέτησαν μια στρατηγική μετριασμού του προβλήματος της πανδημίας (π.χ. το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Ηνωμένες Πολιτείες), με την εφαρμογή στοχευμένων, ήπιων μέτρων κοινωνικού περιορισμού και την έμμεση υιοθέτηση της λογικής της “ανοσίας της αγέλης”, αναγκάστηκαν κάτω από την πίεση των δραματικών εξελίξεων ταχείας εξάπλωσης του ιού στις χώρες τους, να αλλάξουν πορεία, υιοθετώντας σήμερα και αυτές τη στρατηγική της καταστολής.
Αντιμέτωποι σήμερα με μια πρωτόγνωρη κατάσταση, χρειάζεται να επιδείξουμε ψυχραιμία, πειθαρχία, ρεαλισμό, να αναλύσουμε και να συζητήσουμε διεξοδικά και με ειλικρίνεια τις δραματικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις, καθώς και τα αναγκαία μέτρα πολιτικής για την αντιμετώπισή τους, που δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνουν και τη χρήση ανορθόδοξων, μη συμβατικών εργαλείων πολιτικής, λόγω του πρωτοφανούς κόστους και της μεγάλης πολυπλοκότητας του προβλήματος.
Τι διάρκεια θα έχει το πρόβλημα;
Υπάρχει σήμερα μεγάλη αβεβαιότητα για τη διάρκεια της πανδημίας και του τελικού οικονομικού και κοινωνικού κόστους της. Τα κρίσιμα στοιχεία που θα την καθορίσουν είναι η διάρκεια της κοινωνικής απομόνωσης των πολιτών και του παγώματος της οικονομίας που έχει επιβληθεί, η διάρκεια της μεταβατικής περιόδου σταδιακής άρσης των περιοριστικών μέτρων, η εποχικότητα ή όχι του ιού, η ημερομηνία ανακάλυψης αποτελεσματικού φαρμάκου ή, κυρίως, του αναγκαίου εμβολίου και η μαζική του χρήση από εκατομμύρια πολίτες, ο βαθμός μετάλλαξης του ιού και η αντίδραση/ανθεκτικότητά του στις κλιματικές συνθήκες όπως π.χ. η σημαντική άνοδος της θερμοκρασίας, καθώς και ο βαθμός χρονικού συγχρονισμού της κορύφωσης εξάπλωσης του ιού στην κοινότητα σε διαφορετικές χώρες. Εξάλειψη του φαινομένου σε μια χώρα μπορεί να διατηρηθεί μόνο με αυστηρό κλείσιμο των συνόρων της, αν άλλες χώρες βρίσκονται σε διαφορετική φάση εξέλιξης της πανδημίας, καθυστερώντας έτσι την επιστροφή του συνόλου της κοινότητας στην κανονικότητα.
Ποιες θα είναι οι οικονομικές επιπτώσεις;
Εκτιμώ ως ένα βασικό σενάριο σταδιακής ομαλοποίησης των συνθηκών το καλοκαίρι (προβλέψεις δεν μπορούμε να κάνουμε με ασφάλεια σε τόσο αβέβαιο περιβάλλον), ότι το ΑΕΠ στις κυριότερες βιομηχανικές χώρες θα μειωθεί μεταξύ 10% και 15% το πρώτο εξάμηνο του 2020 και υπό κανονικές συνθήκες θα ανακάμψει σημαντικά το δεύτερο εξάμηνο (η Κίνα με πρόσφατα στοιχεία δείχνει ένα ελπιδοφόρο μήνυμα για ένα V τύπου ανάκαμψη της οικονομίας).
Ο ρυθμός θα καθοριστεί από τις υγειονομικές εξελίξεις, την ταχύτητα άρσης των έκτακτων μέτρων και τις επιπτώσεις τους στην οικονομία και από την επίδραση της μεγάλης παγκόσμιας επεκτατικής δημοσιονομικής και νομισματικής παρέμβασης. Αντίστοιχη αναμένεται να είναι και η μείωση του ΑΕΠ στην Ελλάδα για την ίδια περίοδο. Ο ρυθμός μεταβολής του παγκόσμιου ΑΕΠ σε ετήσια βάση θα είναι μάλλον αρνητικός, με ρυθμό μεταξύ 0% και -3% το 2020.
Επιπλέον, θα αυξηθούν εκθετικά, παρά τα θετικά μέτρα των Κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών, η ανεργία, το δημόσιο χρέος, τα δημοσιονομικά ελλείμματα, οι υπερήμερες υποχρεώσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων προς τις τράπεζες και τρίτους. Επιπροσθέτως, κάποιες επιχειρήσεις θα χρεοκοπήσουν, άλλες θα κρατικοποιηθούν ή θα λάβουν κρατική βοήθεια, νοικοκυριά θα καταστούν υπερδανεισμένα και υπερήμερα, ο τραπεζικός τομέας θα υποστεί σοβαρούς κραδασμούς, η πρόσβαση στις διεθνείς αγορές χρήματος και κεφαλαίου θα αντιμετωπίσει εμπόδια, δεν θα είναι απρόσκοπτη.
Σημαντικότερη και ίσως μακρότερη θα είναι η διαταραχή του διεθνούς εμπορίου, της εφοδιαστικής αλυσίδας και των εξαγωγών, θα επηρεαστούν επίσης αρνητικά ιδιαίτερα οι διασυνοριακές μεταφορές, οι δραστηριότητες αναψυχής, τα ταξίδια, τα διαρκή καταναλωτικά και πολυτελή αγαθά και οι διεθνώς εμπορεύσιμες υπηρεσίες, όπως ο τουρισμός και οι αερομεταφορές και ίσως και η ναυτιλία, που θα είναι ανάμεσα στους μεγάλους χαμένους της τρέχουσας κρίσης.
Βρισκόμαστε μπροστά σε νέα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα που κατά την γνώμη μου θα δημιουργήσουν παγκοσμίως και μια σειρά μεσοπρόθεσμων πολιτικών και ιδεολογικών αμφισβητήσεων και αλλαγών. Είναι πολύ πιθανό οι κυβερνήσεις να αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη για το επίπεδο απασχόλησης και ευημερίας, καθώς και για τις δημόσιες υποδομές στο μέλλον. Επίσης, εκτιμώ ότι η παγκοσμιοποίηση θα υποχωρήσει, η ελεύθερη κίνηση συντελεστών παραγωγής και πολιτών θα περιοριστεί, ο ρόλος του δημόσιου τομέα σε ορισμένες κοινωνικές και οικονομικές δραστηριότητες θα αναβαθμιστεί, συμπεριλαμβανομένων και σημαντικών δημοσίων επενδύσεων, η κατανομή πόρων και επενδύσεων σε θέματα δημόσιας υγείας, έρευνας και προστασίας του περιβάλλοντος θα αυξηθούν δραματικά, οι συγχωνεύσεις εταιριών και οι επιλεκτικές κρατικοποιήσεις θα καταστούν αναγκαίες, η διάδοση των ηλεκτρονικών συναλλαγών και των ηλεκτρονικών παραγγελιών, θα αυξηθεί γεωμετρικά(Β2Β,Β2C), οι εργασιακές σχέσεις θα αλλάξουν σημαντικά με ανάπτυξη της κατ’ οικον εργασίας, οι επαγγελματικές σχέσεις και συναντήσεις θα πραγματοποιούνται κυρίως με ηλεκτρονικά μέσα. Όλες οι παραπάνω διαταρακτικές μεταβολές θα καταστήσουν αναγκαίους και λόγω των παράλληλων σημαντικών τεχνολογικών εξελίξεων, μεγάλους και επίπονους μετασχηματισμούς επιχειρήσεων, κλάδων και οικονομιών, με υψηλό μεταβατικό κόστος.
Εκτιμώ ότι πολιτικές και προσεγγίσεις του άκρατου φιλελευθερισμού και της απόλυτης εμπιστοσύνης στην αποτελεσματικότητα των αυτοματισμών της αγοράς, θα αμφισβητηθούν και από τα δεξιά και από τα αριστερά του πολιτικού φάσματος. Είναι πολύ πιθανό να ζήσουμε, όχι μόνο νέα έξαρση του εθνικισμού και του απομονωτισμού, αλλά και αλλαγές των γεωπολιτικών ισορροπιών και ζωνών επιρροής. Παράλληλα, οι παραδοσιακοί συλλογικοί επίσημοι πολυεθνικοί οικονομικοί και πολιτικοί σχηματισμοί θα αμφισβητηθούν, διαμορφώνοντας συνολικά νέα πολιτικά και κοινωνικά δεδομένα εγχώρια και διεθνώς.
Παρεμβάσεις οικονομικής πολιτικής
Ο κόσμος βρίσκεται σήμερα σε πόλεμο με ένα αόρατο και επικίνδυνο εχθρό, ενώ η διεθνοποίηση των οικονομιών και η παγκοσμιοποίηση των αγορών που συντελέστηκε τις τελευταίες δεκαετίες, μας έχουν επιβιβάσει όλους σ’ ένα κοινό καράβι και εθελοτυφλούν όσες χώρες και κυβερνήσεις δεν το αντιλαμβάνονται και επιδιώκουν εθνικές στρατηγικές επιβίωσης. Όλοι έχουν να χάσουν από ιδιοτελείς εθνικές στρατηγικές απομονωτισμού και μειωμένης αλληλεγγύης.

Θα χρειαστεί, απαραίτητα για την επιτυχή αντιμετώπιση της κρίσης και η στενή διεθνής συνεργασία και αλληλεγγύη καθώς και η κινητοποίηση των διεθνών επισήμων πολυεθνικών οργανισμών (π.χ. IMF, World Bank, EIB, EBRD) ενισχυμένων με επιπρόσθετους σημαντικούς χρηματοοικονομικούς πόρους (ήδη το IMF έχει δεσμεύσει $ 50 δισεκατομμύρια για τη χρηματοδότηση χωρών σε χρηματοοικονομική δυσκολία).

Χρειαζόμαστε ίσως, ιδιαίτερα αν οι εξελίξεις ακολουθήσουν το δυσμενές σενάριο μιας πολύμηνης διαταραχής της παγκόσμιας κοινωνικής και οικονομικής ζωής, παγκόσμια κινητοποίηση και αλληλεγγύη αντίστοιχη με εκείνη (αλλά με άλλο περιεχόμενο λόγω των διαφορετικών συνθηκών) που επικράτησε μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, γιατί η κρίση και το κόστος και η δυσκολία διαχείρισης της πανδημίας θα είναι πολύ μεγάλα και πολλαπλασιάζονται σε μια ανοικτή και παγκοσμιοποιημένη οικονομία. Τελικά το πρόβλημα μας αφορά όλους αδιακρίτως.
Η πρόκληση είναι ιδιαίτερα σημαντική για την Ευρωπαϊκή Ένωση, που η συνοχή της θα αμφισβητηθεί αν δεν υιοθετηθούν τολμηρές πολιτικές αλληλεγγύης και κοινής συμπόρευσης (όπως η έκδοση ευρωομολόγου για τη χρηματοδότηση του κόστους της κρίσης). Θα αποτελέσει ιδιαίτερο πρόβλημα για την Ευρώπη αν μείνουμε προσηλωμένοι σε συμβατικές λύσεις και εργαλεία εντός του ισχύοντος ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου, όπως η πρόταση προσφυγής κρατών μελών της Ένωσης με ανάγκη χρηματοδοτικής βοήθειας στους μηχανισμούς τους ESM με την παράλληλη υιοθέτηση περιοριστικών μέτρων, δηλαδή μνημονίου. Σε κάθε περίπτωση, το μέγεθος της χρηματοδοτικής βοήθειας από τον ESM περιορίζεται σήμερα στο 2% του ΑΕΠ κάθε χώρας, ποσόν που δεν επαρκεί για τη χρηματοδότηση της αναγκαίας δημοσιονομικής παρέμβασης στην Ευρωζώνη (για την Ελλάδα αντιστοιχεί ποσό κοντά στα € 4 δισεκατομμύρια).
Αλλά κάθε χώρα και η Ελλάδα οφείλουν με προνοητικότητα, αποφασιστικότητα, ενότητα και ειλικρίνεια να προετοιμάσουν το δικό τους δίκαιο σχέδιο εξόδου από την κρίση, αξιοποιώντας εναλλακτικά σενάρια. Οι προκλήσεις μπροστά μας θα είναι μεγάλες, το κόστος προσαρμογής δυσβάστακτο και θα πρέπει να μοιραστεί με δίκαιο τρόπο στην κοινωνία διότι η επιστροφή στη κανονικότητα θα είναι μάλλον μακρά και επίπονη και δεν πρέπει να διαταραχθεί σημαντικά η κοινωνική συνοχή.
Η δίκαιη κατανομή των βαρών θα διαμορφώσει και το βαθμό κοινωνικής συνοχής, ηρεμίας και συμπόρευσης όλων που απαιτείται να επιτευχθεί ως προϋπόθεση προστασίας των δημοκρατικών θεσμών και του πολιτεύματος.
Αντιμέτωπες με μια πρωτόγνωρη υγειονομική και οικονομική κρίση και την απειλή μιας πρωτοφανούς ύφεσης της παγκόσμιας οικονομίας, Κυβερνήσεις και Κεντρικές Τράπεζες αντέδρασαν έντονα και αποφασιστικά. Ανέλαβαν πρωτοβουλίες παροχής σημαντικού ύψους ρευστότητας στην οικονομία και παράλληλα υλοποίησαν σειρά ουσιαστικών και άνευ προηγούμενου δημοσιονομικών παρεμβάσεων, κάνοντας χρήση και μη συμβατικών εργαλείων πολιτικής.
Οι κεντρικές τράπεζες μειώνουν σημαντικά τα επιτόκια κοντά στο μηδέν, τροφοδοτούν με απεριόριστη ρευστότητα το τραπεζικό σύστημα και τις αγορές (εκτιμάται οι κεντρικές τράπεζες των πέντε μεγαλύτερων αναπτυγμένων χωρών και της Ευρωζώνης, υλοποιούν προγράμματα ρευστότητας ύψους πάνω από $ 5.8 τρισεκατομμυρίων), χρησιμοποιώντας και ανορθόδοξα εργαλεία πολιτικής, οι εποπτικές αρχές χαλαρώνουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις των τραπεζών για να διευκολύνουν τη χρηματοδότηση της οικονομίας, καθώς και τους κανόνες αξιολόγησης, ταξινόμησης και λογιστικής απεικόνισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ώστε να αποφευχθεί η περαιτέρω κεφαλαιακή τους επιβάρυνση.
Επιπροσθέτως, οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο ανακοινώνουν πρωτοφανούς ύψους δημοσιονομικά πακέτα στήριξης της οικονομίας, των επιχειρήσεων και των εισοδημάτων των εργαζομένων, κοντά στο 4% του παγκόσμιου ΑΕΠ (κοντά στα $ 4 τρισεκατομμύρια περίπου παγκοσμίως), ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσαν ένα θηριώδες δημοσιονομικό πακέτο στήριξης της οικονομίας, ύψους $2 τρισεκατομμυρίων, κοντά στο 8-9% του ΑΕΠ.
Στόχος να αποτρέψουν την κατάρρευση της εγχώριας και τελικά της παγκόσμιας οικονομίας που προκαλεί η δραματική μείωση της συνολικής ζήτησης, η άνευ προηγούμενου διαταραχή σε καιρό ειρήνης, της συνολικής προσφοράς αγαθών και υπηρεσιών, της διεθνούς εφοδιαστικής αλυσίδας, του εμπορίου αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και η σοβαρότατη δυσλειτουργία των διεθνών αγορών χρήματος και κεφαλαίου.
Αλλά ας μην έχουμε αυταπάτες ή ψευδαισθήσεις ότι το πρόβλημα θα εξαφανιστεί σύντομα ή δια μαγείας. Η δημοσιονομική πολιτική, ακόμα και στις πιο εύρωστες χώρες αλλά σίγουρα στις πιο ευάλωτες δημοσιονομικά, όπως η Ελλάδα, δεν αντέχουν και δεν έχουν τελικά την απαιτούμενη επάρκεια πόρων για να αντισταθμίσουν τις τεράστιες αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις που προκαλεί η πανδημία.
Ο σοβαρός μετριασμός των αρνητικών οικονομικών και κοινωνικών επιπτώσεων μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την περαιτέρω συντονισμένη και μαζική έκδοση φρέσκου χρήματος ύψους δισεκατομμυρίων από τις κεντρικές τράπεζες των βασικών χωρών του G-7. Αυτή η επιλογή, που η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών εφαρμόζει επιθετικότερα σήμερα, αλλά πρέπει να ενταθεί και διευρυνθεί σε όλους, αφενός μέσω της μαζικής αγοράς μακροχρόνιου δημόσιου χρέους συνδεόμενου με τα επιπρόσθετα ελλείμματα που δημιουργεί η κρίση, αφετέρου με την αγορά ιδιωτικών υποχρεώσεων χρέους και κινητών αξιών κάθε είδους και μορφής, όπως έκανε η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών στην κρίση του 2008. Χρειάζεται μαζική νομισματοποίηση του προβλήματος για να περιορίσουμε το κόστος της κρίσης. Αυτή θα είναι μια εφάπαξ μακροχρόνια χρηματοδότηση της οικονομίας και των επιπτώσεων από την πανδημία από τις κεντρικές τράπεζες και δικαιολογείται να υιοθετηθεί γιατί έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια εφάπαξ μη συστημική οικονομική αναταραχή. Μια τέτοια δυναμική νομισματική επέκταση δεν θα έχει πληθωριστικές επιπτώσεις σε φάση κατάρρευσης της παγκόσμιας οικονομίας για να ανησυχεί τους συντηρητικούς κύκλους.
Ο κόσμος και η Ευρώπη ιδιαίτερα υποφέρουν από μία πρωτοφανή υγειονομική κρίση που μετατρέπεται σε πρωτόγνωρη οικονομική ύφεση. Εάν σε αυτή την ανθρωπιστική κρίση, η Γερμανία δεν επιλέξει την αλληλεγγύη και την κοινή ευρωπαϊκή συμπόρευση, θα έχει διαπράξει ένα ιστορικό λάθος, θα έχει τοποθετηθεί όπως ανέφερε και ο Κώστας Καλλίτσης στην πρόσφατη Καθημερινή της Κυριακής, πάλι στην λάθος πλευρά της ιστορίας.
Η Πανδημία και οι επιπτώσεις στην Ελλάδα
Για τη χώρα μας, τα υγειονομικά δεδομένα είναι ικανοποιητικά και η έγκαιρη, ηθική και αποφασιστική αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης, επιλέγοντας να σώσει ζωές και αψηφώντας το οικονομικό κόστος, φαίνεται ότι φέρνει αποτέλεσμα και η δυναμική εξάπλωση του ιού περιορίζεται, όπως και η απώλεια ανθρώπινης ζωής.
Οι οικονομικές, όμως, επιπτώσεις για τη χώρα μας εκτιμώ ότι θα είναι ιδιαίτερα δυσμενείς και θα μας πάνε μερικά χρόνια πίσω όσον αφορά την αναπτυξιακή και επενδυτική πορεία της, αντιστρέφοντας τη σημαντική πρόοδο που είχε συντελεστεί μέχρι σήμερα και την ελπιδοφόρο πορεία που είχε διαμορφωθεί.
Παρά την έγκαιρη και αποφασιστική δημοσιονομική και θεσμική παρέμβαση της ελληνικής κυβέρνησης, με σημαντικό πακέτο μέτρων στήριξης της οικονομίας και των εισοδημάτων, που αγγίζει τα όρια των δημοσιονομικών δυνατοτήτων της χώρας, θα πρέπει να προετοιμαστούμε για μια περίοδο σημαντικών προκλήσεων και δύσκολων επιλογών, με σημαντικό κοινωνικό και οικονομικό κόστος, αντιμέτωποι για άλλη μια φορά με ένα πολύ αρνητικό σενάριο οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεων την τελευταία δεκαετία.
Η αβεβαιότητα για τη διάρκεια του τρέχοντος σχεδόν ολικού παγώματος της οικονομίας θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη και τη διάρκεια της υγειονομικής κρίσης. Ένα βασικό ρεαλιστικό σενάριο είναι να υποθέσουμε ότι στη διάρκεια του πρώτου δεκαπενθημέρου του Μαΐου, η εξάπλωση του ιού στην κοινότητα θα έχει μπει σε σαφή πορεία ύφεσης στην Ελλάδα και αποτελεσματικότερες θεραπείες αντιμετώπισης του ιού και κυρίως όσων έχουν νοσήσει θα έχουν αναπτυχθεί, επιπροσθέτως της παρασκευής του εμβολίου, η εμπορική ανάπτυξη του οποίου μπορεί να χρειαστούν 10 με 15 μήνες.
Την ίδια περίοδο, εκτιμώ ότι θα ξεκινήσει μία σταδιακή άρση των περιορισμών που έχουν επιβληθεί στους πολίτες και την οικονομική δραστηριότητα, ενώ κατά πάσα πιθανότητα η πλήρης άρση τους θα διαρκέσει έξι με επτά μήνες. Το χρονοδιάγραμμα άρσης των απαγορεύσεων θα εξαρτηθεί προφανώς από την ταχύτητα και την ένταση που ελέγχεται η εξάπλωση του ιού και ο βαθμός επιθετικότητάς του.
Είναι μάλλον βέβαιο ότι θα χρειαστούν μήνες πριν επανέλθουμε σε μία πιο φυσιολογική οικονομική και κοινωνική ζωή (γιατί ο φόβος θα αποτρέπει μια σειρά από κοινωνικές και οικονομικές δραστηριότητες, έστω κι αν έχουν επιτραπεί από την πολιτεία). Θα σημειωθούν επίσης μονιμότητες αλλαγές στις κοινωνικές και επαγγελματικές συνήθειες και πρακτικές και μια σειρά από οικονομικές δραστηριότητες θα υποφέρουν και θα υπολειτουργούν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ιδιαίτερα δραστηριότητες που συνδέονται με τον τουρισμό, την αναψυχή και την διασκέδαση, την πώληση διαρκών και πολυτελών καταναλωτικών αγαθών, τα αεροπορικά και ακτοπλοϊκά ταξίδια και τις μεγάλες κοινωνικές και επαγγελματικές συναθροίσεις και εκδηλώσεις.
Σε κάθε περίπτωση το οικονομικό πλήγμα για τη χώρα θα είναι μάλλον μεγαλύτερο σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες για μια σειρά από σοβαρούς λόγους.
Η παρατεταμένη κρίση της περασμένης δεκαετίας άφησε τη χώρα λαβωμένη με υψηλό δημόσιο χρέος σαν ποσοστό του ΑΕΠ, το υψηλότερο σήμερα ποσοστό στην Ευρωζώνη, άρα περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο για άσκηση ενεργούς δημοσιονομικής πολιτικής. Επιπροσθέτως, το τραπεζικό σύστημα “ταλαιπωρείται” από το υψηλότερο ποσοστό δανειακών επισφαλειών στην Ευρωζώνη παρά τις πρόσφατες βελτιώσεις, ενώ η χώρα διατηρεί ακόμα το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας στην Ευρωζώνη, αρνητική την εγχώρια αποταμίευση νοικοκυριών και τις ιδιωτικές επενδύσεις ως προς το ΑΕΠ να παραμένουν στο χαμηλότερο επίπεδο στην Ευρωζώνη. Άρα, η χρηματοδότηση ενός αναπτυξιακού επενδυτικού ενάρετου κύκλου χρειάζεται στιβαρό και υγιές τραπεζικό σύστημα και σημαντικές ξένες επενδύσεις και κεφάλαια.
Επιπροσθέτως, το ΑΕΠ της Ελλάδος εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τον τουρισμό, το εμπόριο και τις μεταφορές (κοντά στο 30% του συνόλου), κλάδοι που έχουν πληγεί περισσότερο από την τρέχουσα κρίση, ενώ οι αναγκαίες εισροές επενδυτικών κεφαλαίων και η πρόσβαση της χώρας στις διεθνείς αγορές χρήματος κεφαλαίου, εκτιμώ ότι θα αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα και δυσκολίες τους επόμενους μήνες. Σε κάθε περίπτωση αποτελεί θετικό γεγονός ότι, οι υφιστάμενες δανειακές υποχρεώσεις του Δημοσίου που λήγουν το επόμενο χρονικό διάστημα είναι μάλλον περιορισμένες και ρυθμισμένες, λόγω των μνημονίων και οφείλονται προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και κράτη μέλη της Ένωσης.
Τα δημοσιονομικά μέτρα που ενέκρινε έγκαιρα η κυβέρνηση ύψους €6,8 δισεκατομμυρίων (3,5% του ΑΕΠ ) αποτελούν μια ισχυρή επιβραδυντική δύναμη της ύφεσης που έρχεται, όπως και οι πρωτοβουλίες που έχει αναλάβει η ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα όσον αφορά τα επιτόκια και τη ρευστότητα με την άρση των περιορισμών ως προς την απόκτηση ελληνικών κινητών αξιών και ομολόγων.
Αλλά χρειάζεται να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί. Θα πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός, η ριζική ανατροπή εργασιακών σχέσεων και πολιτικών κοινωνικής προστασίας και η «βολική» σε κάθε κρίση επίρριψη του κόστους της κρίσης στον τραπεζικό τομέα, γιατί τέτοιες επιλογές εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους για τη μεσοπρόθεσμη κοινωνική συνοχή, τη σταθερότητα και προοπτική της ελληνικής οικονομίας και τη διατήρηση της πρόσβασής της στις διεθνείς αγορές χρήματος και κεφαλαίου.
Ο κίνδυνος δημοσιονομικής εκτροπής δεν έγκειται μόνο στο να χαθεί ο έλεγχος από τις επιπρόσθετες δημόσιες δαπάνες που δεσμεύεται η Κυβέρνηση να υλοποιήσει για την αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης, που σε κάθε περίπτωση είναι συγκεκριμένες, στοχοθετημένες και μετρήσιμες και κάποιες χρηματοδοτούνται από κοινοτικά κονδύλια.
Μεγαλύτερη απειλή αποτελεί, όμως, η απώλεια δημοσιονομικών εσόδων που θα προκύψει από την ενεργοποίηση των αυτόματων σταθεροποιητών, που αυξάνουν αυτόματα τις δημόσιες δαπάνες σε περιόδους ύφεσης, όπως των επιδομάτων ανεργίας, των εσόδων που η πληρωμή τους μετατίθενται με κυβερνητική απόφαση, με αβέβαιο το τελικό ποσό είσπραξής τους στο μέλλον και των εσόδων που χάνονται λόγω της οικονομικής ύφεσης και της έξαρσης της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής που είναι φυσιολογικό να σημειώνεται σε περίοδο κρίσης.
Καταστρεπτική για τη χώρα θα ήταν επίσης η επιστροφή σε μια “χαλαρή” κουλτούρα πληρωμών, ένα κίνημα του “δεν πληρώνω”, με τους στρατηγικούς κακοπληρωτές να κυριαρχούν, πρακτική που έβλαψε σημαντικά την χώρα μας την προηγούμενη δεκαετία και πολλαπλασίασε τα προβλήματα της κρίσης.
Εξίσου, όμως βλαπτική, θα ήταν και η εξέλιξη να καλλιεργηθούν στους πολίτες ανεδαφικές προσδοκίες, μια λαϊκίστικη αντίληψη ότι το κράτος έχει τους πόρους να χρηματοδοτεί τα πάντα και να καλύπτει όλες τις ζημιές, αμβλύνοντας έτσι σοβαρά την ανάγκη ενίσχυσης της ατομικής και συλλογικής ευθύνης και πειθαρχίας, εμπέδωσης της ανάγκης θυσιών, προσφοράς όλων και δίκαιης κατανομής των βαρών στην κοινωνία και ενθάρρυνσης φαινομένων μη τήρησης των νόμων και αποφάσεων.
Πρέπει να καταστεί σαφές σε όλους μας, ότι η χώρα δεν αντέχει να τρέχει μηνιαία δημοσιονομικά ελλείμματα ύψους π.χ. € 5-6 δισεκατομμυρίων, διότι σύντομα θα εξαφανιστούν και τα αποθέματα ρευστών που είχαμε προνοήσει να σχηματίσουμε στο παρελθόν και παράλληλα θα χαθεί η πρόσβαση μας στις διεθνείς αγορές χρήματος και κεφαλαίου με οδυνηρές συνέπειες για όλους μας.
Είναι εξαιρετικά κρίσιμο στις σημερινές συνθήκες να ενημερώσουμε τους πολίτες με ειλικρίνεια ως το ποιες είναι οι πραγματικές μας δυνατότητες και εναλλακτικές και ποια τα νέα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα που δημιουργεί η κρίση. Να παρουσιάσουμε σύντομα μετά την κορύφωση της πανδημίας, ένα ολοκληρωμένο, ρεαλιστικό αλλά και ρηξικέλευθο σχέδιο εξόδου από την κρίση. Να αντισταθούμε στον λαϊκισμό και στις δήθεν εύκολες λύσεις και να πείσουμε την κοινωνία για τις αναγκαίες θυσίες, να ζητήσουμε την προσφορά όλων και να κατανεμηθεί δίκαια το κόστος στην κοινωνία. Να αποδεχτούμε όλοι μας τη σκληρή πραγματικότητα, ότι όλοι θα χάσουμε από αυτή την κρίση, ότι η επιστροφή στην δημοσιονομική κανονικότητα και βιωσιμότητα και η αντιστροφή της παραγωγικής απαξίωσης που συντελείται, ιδιαίτερα αν η συνδρομή της ευρωπαϊκής ένωσης είναι μίζερη, ίσως απαιτεί να θίξουμε και τις «ιερές αγελάδες».
Στο σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης πιθανόν να χρειαστούν και μειώσεις μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών εισφορών στον ιδιωτικό και στο δημόσιο τομέα, εφάπαξ φορολογικές επιβαρύνσεις κερδών και πλούτου, ιδιαίτερα ελκυστικό πλαίσιο προσέλκυσης εγχώριων και ξένων επενδύσεων, μετατροπή του Πειραιά σε σημαντικό ναυτιλιακό και διαμετακομιστικό κέντρο, ολοκληρωμένο επενδυτικό σχέδιο μετάβασης στην πράσινη οικονομία, μαζική ανάπτυξης των ΣΔΙΤ στις κοινωνικές και οικονομικές υποδομές. Επίσης, χρηματοοικονομική στήριξη κρίσιμων επιχειρήσεων και κλάδων της ελληνικής οικονομίας, επιθετική αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, μεγάλες συγχωνεύσεις επιχειρήσεων και εθνικό σχέδιο, μεταρρυθμίσεις και ψηφιακός εκσυγχρονισμός του δημόσιου τομέα, όπου πρέπει να παραδεχθούμε ότι το δημόσιο που πολλοί απαξίωσαν στο παρελθόν λειτουργεί, και οι δημόσιοι λειτουργοί επιτελούν σήμερα το καθήκον τους με αυτοθυσία και αίσθημα εθνικής προσφοράς και αξίζουν τον απόλυτο σεβασμό και την ευγνωμοσύνη μας.
Όλοι ελπίζουμε ότι αυτή η περιπέτεια που ζούμε θα λήξει σύντομα, σαν ένας εφιάλτης που θα έφευγε με το ξύπνημα της ημέρας. Ατυχώς η πανδημία του κορονοϊού δεν θα λήξει σύντομα και οι οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις μπορεί να είναι ανυπολόγιστες αν δεν τις αντιμετωπίσουμε με ρεαλισμό, τόλμη, αλληλεγγύη και ολοκληρωμένο σχέδιο.

Exit mobile version