«Χρυσή βίζα»: Eπένδυση ή ξεπούλημα;

Ήδη το 2014 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επέκρινε αυτή την τακτική, ζητώντας από την Κομισιόν να ελέγξει εάν είναι συμβατή με την ισχύουσα νομοθεσία και να συντάξει κατευθυντήριες γραμμές για τα κράτη-μέλη. Σε μία εμφανή προσπάθεια να ασκήσει πιέσεις το Κοινοβούλιο επανήλθε στο ζήτημα με εκτενή συζήτηση την Τετάρτη στο Στρασβούργο. Όπως λέει στην Deutsche Welle η μαλτέζα ευρωβουλευτής Ρομπέρτα Μετσόλα «υπάρχει διάχυτη ανησυχία σε όλες τις πολιτικές ομάδες για το ότι ανταλάσσουμε με χρήματα τα δικαιώματα που απορρέουν από την ιθαγένεια. Το μόνο που έχουν να αντιτάξουν οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών είναι φτηνές δικαιολογίες. Και επειδή η Κομισιόν δεν κάνει τίποτα για να πατάξει το φαινόμενο, δεν υπάρχει ουσιαστικός έλεγχος…»

Η Μάλτα είναι μία από τις ευρωπαϊκές χώρες που προσφέρουν «χρυσή βίζα». Τον τελευταίο καιρό μάλιστα, υποστηρίζει οι Ρομπέρτα Μετσόλα, αυξάνονται και οι επενδύσεις σε ακίνητα από «πρωταγωνιστές» του Brexit, οι οποίοι προνοούν για να εξασφαλίσουν την παραμονή τους στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά πριν την αποχώρηση της Μ. Βρετανίας. Τουλάχιστον δέκα κράτη-μέλη της ΕΕ προσφέρουν ιθαγένεια ή διαμονή σε εύπορους πολίτες τρίτων χωρών. «Οι εθνικές κυβερνήσεις», λέει η μαλτέζα ευρωβουλευτής, «ισχυρίζονται ότι διευκολύνουν τις επενδύσεις και την εισροή χρημάτων στη χώρα, αλλά δεν πρόκειται περί αυτού. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι ιδιώτες αμφιβόλου προελεύσεως λαμβάνουν ιθαγένεια με μοναδικό κριτήριο το πόσα χρήματα διαθέτουν. Αποκτούν πρόσβαση στην ΕΕ από την πίσω πόρτα, με στόχο να εξυπηρετήσουν ίδια συμφέροντα».

Ελλάδα και Κύπρος στην αγορά «χρυσής βίζας»


Στην Ελλάδα περισσότεροι από 2.000 επενδυτές είχαν αξιοποιήσει το πρόγραμμα «χρυσής βίζας» μέχρι τα τέλη του 2017, με αποτέλεσμα να εισρεύσει πάνω από ένα δισεκατομμύριο ευρώ στην αγορά ακινήτων. Τώρα η κυβέρνηση φέρεται να εξετάζει το ενδεχόμενο επέκτασης του προγράμματος και σε εκείνους που επενδύουν όχι σε ακίνητα, αλλά σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα και ιδιαίτερα σε κρατικά ή εταιρικά ομόλογα.

Ακόμη καλύτερες επιδόσεις στο πρόγραμμα «χρυσής βίζας», ιδιαίτερα σε πολυτελείς εξοχικές κατοικίες, καταγράφει η Κύπρος, η οποία προσελκύει κυρίως αγοραστές από τη Ρωσία. Ο ευρωβουλευτής του Δημοκρατικού Συναγερμού Λευτέρης Χριστοφόρου αντικρούει τις όποιες αιτιάσεις για αδιαφανείς συναλλαγές στην Κύπρο ή σε άλλες χώρες της νότιας Ευρώπης που προσφέρουν «χρυσή βίζα». «Εγώ θεωρώ ότι μπορεί να υπάρχουν κάποια προβλήματα, αλλά υπάρχει και κάποια υπερβολή» λέει ο κύπριος ευρωβουλευτής στην Deutsche Welle. «Όταν υπάρχουν συγκεκριμένα κριτήρια, όταν υπάρχει διαφάνεια, οι πολιτογραφήσεις όχι μόνον δεν περικλείουν κανέναν κίνδυνο, αλλά τονώνουν το επενδυτικό ενδιαφέρον στις ευρωπαϊκές χώρες. Στην ΕΕ δεν πρέπει να λειτουργούμε ισοπεδωτικά και μηδενιστικά, ζούμε σε ένα ανταγωνιστικό παγκόσμιο περιβάλλον. Δεν μπορεί κάθε φορά η ΕΕ να λαμβάνει αυστηρούς κανόνες και μέτρα και να φέρνει σε δυσμενή θέση τις δικές της χώρες».

Ζητείται παρέμβαση της Κομισιόν


Αναμφισβήτητα η χορήγηση ιθαγένειας είναι και θα παραμείνει εθνική αρμοδιότητα, στην οποία δεν παρεμβαίνουν οι Βρυξέλλες. Ωστόσο πολλοί ευρωβουλευτές θεωρούν πλέον ότι η «χρυσή βίζα» δεν είναι μόνον εθνική υπόθεση, καθώς εξασφαλίζει πρόσβαση στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά. Όπως επισημαίνει στην Ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου η αντιπρόεδρος της σοσιαλιστικής ομάδας Τάνια Φαγιόν «η χορήγηση χρυσής βίζας δεν είναι αποκλειστικά εθνική, αλλά και ευρωπαϊκή υπόθεση. Μιλάμε για την ασφάλεια της ζώνης Σένγκεν και των πολιτών μας. Πώς μπορούν τα κράτη-μέλη να δικαιολογήσουν το γεγονός ότι από τη μία πλευρά αρνούνται ένα ενιαίο σύστημα υποδοχής προσφύγων, ενώ από την άλλη πλευρά χορηγούν την υπηκοότητα για να προστατεύσουν πιθανούς εγκληματίες, χωρίς να γνωρίζουν καν το ποιόν τους;»

Κατόπιν όλων αυτών η Κομισιόν καλείται να λάβει θέση και να διευκρινίσει αν η χορήγηση «χρυσής βίζας» συνάδει με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Η γνωμοδότηση από τις Βρυξέλλες αναμένεται το αργότερο στα τέλη του 2018.

Πηγή Πληροφοριών: DW

Exit mobile version