Έλληνες της διασποράς στη δημόσια διοίκηση

Την πρόταση διατυπώνουν στη γερμανική εφημερίδα Die Zeit ο Άρμιν φον Μπογκντάντι, διευθυντής του Ινστιτούτου Συγκριτικού και Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου Max Planck της Χαϊδελβέργης, και ο έλληνας συνεργάτης του ινστιτούτου Μιχάλης Ιωαννίδης. Οι ίδιοι σκοπεύουν να τη θέσουν σε δημόσιο διάλογο και στην Ελλάδα.

Όπως εξηγεί ο Μιχάλης Ιωαννίδης στη Deutsche Welle, η πρόταση προέκυψε μετά από συγκριτική μελέτη για αρρυθμίες και προβλήματα στο κράτος δικαίου στα κράτη-μέλη της ΕΕ: «Μελετούμε τι συμβαίνει στην Ουγγαρία τα τελευταία χρόνια, τι συμβαίνει στην Πολωνία, όπου έχουμε μία κρίση του κράτους δικαίου. Σε αυτές τις χώρες το πρόβλημα προκαλείται από την υπερσυγκέντρωση εξουσίας. Στην Ελλάδα φαίνεται να έχουμε μία κρίση του κράτους δικαίου που προξενείται από άλλους λόγους, δηλαδή από την αδυναμία των κρατικών οργάνων, είτε αυτά είναι δικαστήρια, είτε είναι η διοίκηση. Και στο τέλος είναι η μη επαρκής εφαρμογή των κανόνων. Δηλαδή κανόνες υπάρχουν, αλλά δεν εφαρμόζονται».

Προβλήματα και δυσλειτουργίες υπάρχουν σε όλες τις χώρες- και στη Γερμανία άλλωστε- λέει ο έλληνας νομικός. Στην Ελλάδα όμως, υποστηρίζει, το πρόβλημα γίνεται συστημικό. Στην ερώτηση ποιό είναι το κρίσιμο κατώφλι, το «tipping point», το σημείο που, αν βελτιωνόταν, θα διαμόρφωνε την κρίσιμη μάζα για την προώθηση και άλλων μεταρρυθμίσεων, επισημαίνει: «Είναι η απονομή δικαιοσύνης. Η Ελλάδα πάσχει συχνά από ένα πρόβλημα που δεν το συναντάμε σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Είναι η ασφάλεια δικαίου, η απονομή δικαιοσύνης σε όλο της το εύρος, από τη διοικητική πράξη μέχρι την τελική απόφαση του Αρείου Πάγου, της οποίας η έκδοση μπορεί να διαρκέσει πολλά χρόνια. Υπάρχουν κανόνες, αλλά δεν έχουμε εμπιστοσύνη ότι αυτοί τελικά θα εφαρμοστούν». Αυτά ως προς τη διάγνωση. Ποιά είναι όμως η ενδεδειγμένη θεραπεία, που εγγυάται τόσο την «επιτυχία της επέμβασης» όσο και την «επιβίωση του ασθενούς», για να ανατρέξουμε στο γνωστό ρητό;

«Δύναμη κρούσης» για την προώθηση μεταρρυθμίσεων


Οι ερευνητές από τη Χαϊδελβέργη προτείνουν να αναλάβει δράση μία ομάδα 500 έως 1.000 επίλεκτων στελεχών σε καίριες θέσεις της ελληνικής δημόσιας διοίκησης, με συγκεκριμένα κριτήρια: αυτοί οι άνθρωποι θα πρέπει να έχουν την απαραίτητη κατάρτιση, να γνωρίζουν τη γλώσσα και τη νοοτροπία, να επιλεγούν με αξιοκρατικές και όχι με κομματικές διαδικασίες και να έχουν κάποια σύνδεση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Κύρια δεξαμενή για την ανάδειξη αυτών των νέων στελεχών θα μπορούσε να είναι η διασπορά, λέει ο Μιχάλης Ιωαννίδης στη Deutsche Welle: «Εδώ έχουμε δύο πολύ ριζικά προβλήματα: αδυναμία δικαιοσύνης και διοίκησης, καθώς και φυγή καταρτισμένων Ελλήνων στο εξωτερικό. Και σκεφτήκαμε να βρούμε μία πρόταση που, με κάποιον τρόπο, να αντιμετωπίζει και τα δύο. Γιατί λοιπόν να μην δημιουργήσουμε κίνητρα σε αυτούς τους καταρτισμένους Έλληνες που έχουν φύγει στο εξωτερικό, ώστε να επιστρέψουν και να ενδυναμώσουν τους ελληνικούς θεσμούς;»

Λογικό ακούγεται. Αλλά θα υπάρξουν ενστάσεις. Πρώτη ένσταση: η αντίστοιχη εμπειρία της κοινοτικής Task Force ήταν μάλλον αποθαρρυντική και πάντως διδακτική. Για να μην πούμε ότι προκάλεσε αντιδράσεις και αφορισμούς περί «ξενοκρατίας» ή «νέας βαυαροκρατίας». Τι διαφορετικό κομίζει η πρόταση εκ Χαϊδελβέργης; «Έχετε απόλυτο δίκιο, η Task Force ξεκίνησε με καλές προθέσεις, αλλά τα αποτελέσματα δεν ήταν τα αναμενόμενα. Νομίζω ότι μπορούμε να αποφύγουμε αυτήν την κριτική με το να φέρουμε Έλληνες» λέει ο Μιχάλης Ιωαννίδης. «Γιατί να μη φέρουμε κάποιους που είναι από την Ελλάδα, ξέρουν τις ιδιαιτερότητες, μιλάνε τη γλώσσα, και ίσως είναι λιγότερο επιρρεπείς στην κριτική περί ξενοκρατίας; Και το δεύτερο είναι ότι η Task Force ίσως περιορίστηκε σε έναν ρόλο πολύ συμβουλευτικό. Εδώ χρειαζόμαστε κάτι περισσότερο. Χρειαζόμαστε ανθρώπους που θα μπουν στα βαθιά της διοίκησης και θα προσφέρουν βοήθεια, στο κτηματολόγιο ή όπου αλλού χρειάζεται». Το χαρακτηριστικό παράδειγμα του κτηματολογίου, ωστόσο, οδηγεί στην επόμενη ερώτηση: συχνά οι μεταρρυθμίσεις βαλτώνουν γιατί παρεμβάλλονται πολιτικά ή τοπικιστικά συμφέρονται, όχι γιατί δεν υπάρχει η κατάλληλη τεχνογνωσία. Θα καταφέρουν οι 500-1.000 «επίλεκτοι» να υπερβούν αυτά τα εμπόδια; «Κοιτάξτε, πιστεύω το γεγονός ότι αυτοί οι άνθρωποι θα έχουν μία σύνδεση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ίσως τους θωρακίσει από αυτό που περιγράψατε» λέει ο έλληνας ερευνητής. «Ίσως ακόμη να προσφέρει και την κρίσιμη μάζα που χρειαζόμαστε. Υπάρχουν μεν ήδη οι άνθρωποι που ξέρουν τα πράγματα, αλλά ίσως να χρειάζονται απλώς περισσότεροι».

«Να αλλάξουν τη χώρα που δεν κατάφερε να τους κρατήσει»


Απομένει βεβαίως ένα πρακτικό ερώτημα: αν υποθέσουμε ότι όντως υπάρχουν τόσοι ενδιαφερόμενοι υψηλών προσόντων, γιατί να «μπλέξουν» οι άνθρωποι αυτοί σε μία ριψοκίνδυνη αποστολή στην Ελλάδα της κρίσης; «Για έναν συνδυασμό λόγων, πιστεύω. Θα έρθουν πολλοί άνθρωποι και γιατί είναι η πατρίδα τους. Είναι μία ευκαιρία να αλλάξουν τη χώρα, που δεν κατάφερε να τους κρατήσει. Ξέρουν καλύτερα από όλους ποιοι είναι οι λόγοι για τους οποίους έφυγαν. Και πιστεύω ότι για αυτόν τον λόγο έχουν και κίνητρο για να την μεταρρυθμίσουν. Πιστεύω ότι θα έρθουν και άνθρωποι για λόγους ιδεαλιστικούς, γιατί θέλουν να βοηθήσουν την Ελλάδα. Και το δεύτερο είναι ότι θα τους προσφέρονται πλέον θεσμικές εγγυήσεις αξιοκρατίας» λέει ο έλληνας ερευνητής.

Ο Μιχάλης Ιωαννίδης δεν βλέπει τα πράγματα «αφ΄υψηλού», ούτε επικρίνει μόνο τα κακώς κείμενα στην Ελλάδα. Με κριτική διάθεση βλέπει και την τακτική των πιστωτών να εμμένουν στον στόχο της περιστολής δαπανών, παρότι ο έτερος στόχος, εκείνος της μεταρρύθμισης του κράτους, προϋποθέτει ακριβώς μία σοβαρή επένδυση στο κράτος. Συμπέρασμα: «Σε έναν μεγάλο βαθμό αυτοί οι δύο στόχοι είναι μη συμβιβάσιμοι. Είναι καιρός πιστεύω να φύγουμε από την εμμονή με τα μέτρα λιτότητας. Προφανώς αυτό που εμείς προτείνουμε είναι μία μόνο ιδέα. Αλλά πιστεύω ότι το κρίσιμο είναι πλέον να στρέψουμε το βλέμμα μας σε αυτό το κομμάτι: στο πώς φτιάχνουμε στην Ελλάδα ισχυρούς θεσμούς, με διάρκεια. Δεν φτάνει να μας απασχολεί μόνο η περιστολή δαπανών και η βιωσιμότητα του χρέους».

Πηγή: DW

Exit mobile version