Το γερμανικό σύστημα υγείας απειλεί τον μεγάλο συνασπισμό!

Αν η Michaela Alfing, μια συνταξιούχος τραγουδίστρια της όπερας κοντά στο Darmstadt στη δυτική Γερμανία, θέλει να δει έναν ειδικό γιατρό, πρέπει να περιμένει έξι έως οκτώ εβδομάδες. Ο σύζυγός της, Dieter, κλείνει ραντεβού μέσα σε δύο εβδομάδες.

Ο λόγος; Τα διαφορετικά είδη ασφάλισης υγείας. Η κα Alfing βασίζεται στο δημόσιο σύστημα. Ο σύζυγός της έχει ιδιωτική ασφάλεια.

Η κα Alfing είχε πάρει κουράγιο από την υπόσχεση των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών για τερματισμό των δύο μέτρων και δύο σταθμών και την εγγραφή όλων, ανεξαρτήτως εισοδήματος, σε μία νέα «ασφάλεια πολιτών». Αυτό όμως ήταν πριν η Άγκελα Μέρκελ -που προσπαθεί να δημιουργήσει κυβερνητικό συνασπισμό με το SPD- βάλει τέλος στην ιδέα. «Είναι μεγάλη απογοήτευση», είπε η κα Alfing. «Το σύστημα που έχουμε απλά δεν είναι δίκαιο».

Για το SPD, η ασφάλιση των πολιτών ήταν ένα από τα βασικά συνθήματα. Έδειχνε τη δέσμευσή του να βελτιώσει τις ζωές των εργαζομένων, να διαχειριστεί την αυξανόμενη ανισότητα και να αποκαταστήσει μία αίσθηση κοινωνικής δικαιοσύνης στο σύστημα υγείας της Γερμανίας. Ήταν μεγάλη προτεραιότητα του κόμματος, ενόψει των διερευνητικών συνομιλιών με το συντηρητικό μπλοκ της κας Μέρκελ, για τη δημιουργία κυβέρνησης συνασπισμού.

Ωστόσο, στην προκαταρκτική συμφωνία που παρουσιάστηκε την περασμένη Παρασκευή, ορίζοντας τι θα κάνουν CDU/CSU και SPD στην εξουσία, ουδεμία αναφορά γίνεται στην έννοια της ασφάλισης των πολιτών -και αυτή η απουσία είναι πιθανό να κάνει πολλά από τα βασικά μέλη του κόμματος ακόμη πιο ανήσυχα για τη συνεργασία με τους χριστιανοδημοκράτες της κας Μέρκελ.

Η Hilde Mattheis, βουλευτής των Σοσιαλδημοκρατών και εκπρόσωπος για τον τομέα της υγείας, είπε ότι ήταν «καταστροφικό μήνυμα» για τους ψηφοφόρους. «Υψώσαμε αυτή τη σημαία και τώρα ήσυχα ήσυχα την ξανακατεβάσαμε», λέει. «Δημιουργεί τεράστιο πρόβλημα αξιοπιστίας για μας».

H ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών περνά εξουθενωτικούς μήνες. Την Κυριακή, το συνέδριο του κόμματος ψηφίζει για το αν θα εγκρίνει την έναρξη επίσημων διαπραγματεύσεων για τον συνασπισμό με τα CDU/CSU. Μετά, αφού ολοκληρωθούν οι συνομιλίες, οι 450.000 μέλη του SPD θα ψηφίσουν για την όποια τελική συμφωνία επιτευχθεί.

Αλλά είναι ξεκάθαρο ότι η αποτυχία των ηγετών τους να παραδώσουν ένα μεγάλο τρόπαιο, όπως η ασφάλιση των πολιτών ή μια αύξηση του ανώτατου συντελεστή φόρου εισοδήματος (άλλο ένα μακροχρόνιο αίτημα), έχει εξοργίσει την πλειοψηφία. «Δεν υπάρχουν και πολλά καλούδια για τους συνέδρους στη συμφωνία της προηγούμενης εβδομάδας», λέει ο Thorsten Faas, πολιτικός επιστήμονας στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. «Οπότε δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι το κόμμα ως ολότητα θα την υποστηρίξει».

Η Andrea Nahles, μία από τους ηγέτες στη διαπραγμάτευση του SPD, είπε ότι δεν θα ξεπεραστεί το μπλόκο του CDU/CSU. «Απλώς δεν το θέλουν, και μόλις τρεις άνθρωποι στη Γερμανία μετανιώνουν γι’ αυτό περισσότερο από μένα», ανέφερε.

Υπήρχε ένα φωτεινό σημείο στην πολιτική για την υγεία, σημείωσε: στο μέλλον, οι εργοδότες θα πρέπει να πληρώνουν περισσότερο για την ιατρική ασφάλιση των εργαζομένων τους. Αλλά αυτό ήταν μικρή παρηγοριά για τους αριστερούς του κόμματος.

Το γεγονός θα μπορούσε να φέρει προβλήματα όχι μόνο για το SPD αλλά και για την κα Μέρκελ και το κόμμα της. Αντιμέτωπη με μία ψήφο που θα έλεγε «όχι» από τα αριστερά, θα είχε μόνο δύο επιλογές: κυβέρνηση μειοψηφίας ή νέες εκλογές. Για την κα Μέρκελ, μία γυναίκα που έχει καθορίσει τη γερμανική και ευρωπαϊκή πολιτική για 12 χρόνια, οποιοδήποτε από τα δύο σενάρια θα μπορούσε να επισπεύσει το τέλος της καριέρας της ως καγκελάριου.

Το σύστημα υγείας της Γερμανίας αποτελεί ευρέως αντικείμενο θαυμασμού: τα νοσοκομεία και οι κλινικές του έχουν φήμη παγκόσμιου επιπέδου. Αλλά η διαφορά ανάμεσα στην ιδιωτική και τη δημόσια ασφάλιση εξακολουθεί να πονάει.

Οι δημοσκοπήσεις έδειξαν σημαντική υποστήριξη στην πρόταση μεταρρύθμισης του SPD. Θα έδινε «σε κάθε πολίτη αυτής της χώρας πρόσβαση σε ουσιαστική, υψηλής ποιότητας ιατρική περίθαλψη», σημειώνει ο καθηγητής Rolf Rosenbrock, οικονομολόγος υγείας, που υποστηρίζει την ιδέα. «Τα ραντεβού με τους γιατρούς και το είδος της θεραπείας που λαμβάνεις δεν θα εξαρτιόνταν πια από το είδος της ασφάλισης που έχεις, αλλά από το ιατρικό πρόβλημά σου».

Όμως το CDU ήταν πάντα αντίθετο στην ιδέα, καθώς ανέφερε ότι θα ήταν ένα βήμα προς ένα κεντρικό, ενιαίο σύστημα υγείας όπως το NHS της Βρετανίας -ένα μοντέλο που λίγοι στη Γερμανία θέλουν να αναπαράγουν.

Οι ειδήμονες των Χριστιανοδημοκρατών υποστήριξαν ότι τα χρήματα από τους ασθενείς της ιδιωτικής ασφάλισης ο -κλάδος έβγαλε 37,2 δισ. ευρώ σε premiums το 2016- βοηθούν στη χρηματοδότηση της ιατρικής καινοτομίας, ενώ ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους ιδιωτικούς και τους κρατικούς τομείς παράγει υψηλού επιπέδου περίθαλψη για όλους τους ασθενείς.

Εν τω μεταξύ, ο κλάδος της ιδιωτικής ασφάλισης προειδοποίησε για το χτύπημα στους γιατρούς, οι οποίοι αντλούν το 25% των εσόδων τους από το 10% του πληθυσμού με ιδιωτική ασφάλιση.

Οι γιατροί μπορούν να χρεώνουν τους ασθενείς με ιδιωτική ασφάλιση κατά μέσο όρο 2,5 φορές περισσότερο για την ίδια υπηρεσία, οπότε οι ασφαλισμένοι με ιδιωτική ασφάλιση τείνουν να παίρνουν ραντεβού με γιατρό πιο γρήγορα -και τους προσφέρεται ένα μεγαλύτερο εύρος υπηρεσιών. Με το σχέδιο του SPD, οι γιατροί θα έπαιρναν την ίδια αμοιβή για την ίδια υπηρεσία. Όλοι οι νέοι ασθενείς θα έπρεπε να συμμετέχουν στο ίδιο, κοινό σχήμα.

Οι ειδικοί βλέπουν πόσο ελκυστικό είναι ένα τέτοιο σχήμα -τουλάχιστον στη θεωρία. «Εάν ξεκινούσαμε από το μηδέν και έπρεπε να σχεδιάσουμε ένα νέο σύστημα, τότε πιθανότατα θα κάναμε το σχέδιο του SPD», λέει ο Jürgen Wasem, οικονομολόγος υγείας στο Πανεπιστήμιο του Duisburg-Essen. Αλλά να αλλάξουμε και να πάμε σε αυτό, από το τρέχον, υβριδικό σύστημα «είναι επικίνδυνο, και δεν υπάρχει εγγύηση ότι αυτό που θα προκύψει μετά θα είναι καλύτερο από αυτό που έχουμε τώρα».

Η Michaela Alfing έχει εν τω μεταξύ κολλήσει σε ένα σύστημα που δεν το βρίσκει δίκαιο. «Δεν είναι δικό μου λάθος που κερδίζω λιγότερα από τον σύζυγό μου, οπότε γιατί πρέπει οι υπηρεσίες που λαμβάνω να είναι χειρότερες από τις δικές του;» αναρωτιέται.

Προς το παρόν, τουλάχιστον, αυτή η ερώτηση παραμένει αναπάντητη.

Πηγή Πληροφοριών: Financial Times, Euro2day.gr


Exit mobile version