Ισχυρό πιστωτικό προφίλ διατήρησαν κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 (Ιανουαρίου-Ιουνίου) οι τέσσερις ελληνικές συστημικές τράπεζες, όπως τονίζει σε ενημερωτικό σημείωμα της η DBRS.
Αυτό οφείλεται σε διάφορους παράγοντες, όπως στην κερδοφορία που είναι ανθεκτική, στη ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων που είναι σταθερή, στη σημαντική αύξηση των δανείων και στις χρηματοδοτήσεις και τα κεφάλαια που είναι σε “υγιή’ επίπεδα, προσθέτουν οι αναλυτές του οίκου.
Ωστόσο σύμφωνα με την DBRS, τους επόμενους μήνες αναμένεται να υπάρξουν σημαντικοί κίνδυνοι από εξωτερικούς παράγοντες αλλά η ανθεκτική κερδοφορία, τα αποθέματα που προβλέπονται να είναι υγιή και οι άφθονοι πόροι χρηματοδότησης και κεφαλαίου μπορούν να “απορροφήσουν” τις όποιες διαταραχές προκύψουν.
Τα κέρδη
Αξίζει να σημειωθεί πως, τα συνολικά καθαρά κέρδη των τεσσάρων ελληνικών συστημικών τραπεζών ανήλθαν στα 2,4 δισ. ευρώ κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 καταγράφοντας αύξηση 2% σε ετήσια βάση (YOY), ή 11% εάν εξαιρεθούν τα μη επαναλαμβανόμενα στοιχεία. Αλλά η μέση απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROE) παρέμεινε ισχυρή, κοντά στο 12%.
Επίσης επισημαίνεται πως τα έσοδα του κλάδου αυξήθηκαν, λόγω:
- των καθαρών εσόδων από τόκους (NII) που δεν επηρεάστηκαν
- της σημαντικής αύξησης των δανείων και τα υψηλότερων εσόδων από προμήθειες
Παρά τα υψηλότερα λειτουργικά έξοδα του κλάδου, αυτό δεν επηρέασε την λειτουργική κερδοφορία του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, οι τράπεζες να επιβεβαιώσουν ή να αναθεωρήσουν προς τα πάνω τις προβλέψεις τους για το 2026, κυρίως λόγω βελτιωμένων υποθέσεων για τα καθαρά επιτοκιακά περιθώρια, την αύξηση των δανείων και τα έσοδα από προμήθειες.
Το κόστος πιστώσεων μειώθηκε περαιτέρω, αν και οι τράπεζες δεν άλλαξαν την πρόβλεψη τους για την αντιμετώπιση των αβεβαιοτήτων σε γεωπολιτικό επίπεδο και επιλεγμένων κινδύνων σε ιστορικό επίπεδο.
Η ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων παρέμεινε σε σημαντικό βαθμό σταθερή, λόγω του περιορισμένης δημιουργίας νέων προβληματικών δανείων, της συνεχιζόμενης μείωσης του κινδύνου και της ισχυρής πιστωτικής επέκτασης.
Οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να επωφελούνται από τα ισχυρά προφίλ χρηματοδότησης και ρευστότητας, τα οποία στηρίζονται στην αυξανόμενη καταθετική βάση και στη βελτιωμένη πρόσβαση στις αγορές, σημειώνει μεταξύ άλλων η DBRS
Η κεφαλαιοποίηση παρέμεινε εύρωστη, παρά την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και τις αυξημένες διανομές κεφαλαίουκαι την στήριξη από την ισχυρή δημιουργία κεφαλαίου εσωτερικά , τα άνετα εποπτικά κεφαλαιακά αποθέματα και τη βελτιούμενη ποιότητα των κεφαλαίων.
Τα βασικά έσοδα
Τα συνολικά έσοδα του κλάδου αυξήθηκαν κατά 5% το πρώτο εξάμηνο του 2026 σε ετήσια βάση, με κινητήριες δυνάμεις την αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους (NII) και των καθαρών εσόδων από προμήθειες, οι οποίες υπεραντιστάθμισαν τη μείωση των λοιπών μη επιτοκιακών εσόδων. Τα βασικά έσοδα, αυξήθηκαν κατά ακόμη ισχυρότερο ποσοστό, 8% σε ετήσια βάση. Αυτά συμπεριλαμβάνουν τα καθαρά έσοδα από τόκους και τα καθαρά έσοδα από προμήθειες.
Οι εν λόγω παράγοντες υπεραντιστάθμισαν τις επιπτώσεις του χαμηλότερου επιτοκιακού περιβάλλοντος και της συμπίεσης των περιθωρίων σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2025.
Όσον αφορά το πώς θα διαμορφωθούν τα καθαρά έσοδα από τόκους κατά το υπόλοιπο του 2026, επισημαίνεται πως αυτά αναμένεται να αυξηθούν λόγω του ότι τα επιτόκια ενδέχεται να αυξηθούν περαιτέρω και του ότι θα συνεχιστεί η ισχυρή πιστωτική επέκταση
Τα καθαρά έσοδα που προέρχονταν από προμήθειες κατέγραψαν μια άνοδο της τάξεως του 20% κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 σε ετήσια βάση, λόγω της αυξημένης δραστηριότητας στους τομείς της διαχείρισης περιουσίας, των τραπεζικών υπηρεσιών συναλλαγών, των ασφαλιστικών εργασιών και των δραστηριοτήτων στις κεφαλαιαγορές.
Επίσης επισημαίνεται πως, τα έσοδα των ελληνικών τραπεζών από προμήθειες αντιπροσώπευσαν σχεδόν το 23% των συνολικών εσόδων κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, έναντι 20% ένα έτος νωρίτερα. Η εξέλιξη αυτή ενίσχυσε τη διαφοροποίηση των εσόδων και περιόρισε την απόσταση από τις ευρωπαϊκές ομοειδείς τράπεζες.
Οι λειτουργικές δαπάνες σημείωσα μια αύξηση της τάξεως του 10% σε ετήσια βάση. Αυτό αντανακλά κυρίως εξαγορές, πιο υψηλές αμοιβές προσωπικού και συνεχιζόμενη επένδυση στην τεχνολογία και τον ψηφιακό μετασχηματισμό.
Παρόλο τις πιέσεις αυτές, η λειτουργική αποδοτικότητα παρέμεινε ισχυρή, καθώς ο μέσος δείκτης κόστους προς έσοδα ανήλθε στο 36% κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026.
Τα συνολικά έσοδα προ προβλέψεων αυξήθηκαν κατά 3% σε ετήσια βάση.
Αυτό έδωσε ένα σημαντικό απόθεμα για την απορρόφηση του κόστους πιστωτικού κινδύνου μέσω της επαναλαμβανόμενης λειτουργικής κερδοφορίας. Οι προβλέψεις για ζημίες από δάνεια (LLPs) μειώθηκαν κατά 24% σε ετήσια βάση κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026. Αυτό δείχνει την ενίσχυση του προφίλ κινδύνου των τραπεζών, παρά το περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
Η εξέλιξη αυτή βελτίωσε το μέσο ετησιοποιημένο κόστος κινδύνου (COR) σε σχεδόν 44 μονάδες βάσης (μ.β.) κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, λόγω των χαμηλότερων προβλέψεων και της συνεχιζόμενης αύξησης του χαρτοφυλακίου δανείων.
Για τον νόμο Κατσέλη
Επίσης ο οίκος αναφέρεται και στο θέμα του Νόμου Κατσέλη. Όπως επισημαίνεται, οι ελληνικές τράπεζες επικαιροποίησαν πλαίσιο σχηματισμού στο οποίο ενσωματώθηκαν οι αυξημένοι κίνδυνοι σε γεωπολιτικό επίπεδο. Ακόμη έκαναν επιπρόσθετες προβλέψεις αναφορικά με τις εκθέσεις τους για τα στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο και αναγνώρισαν τις πρόσφατες αναθεωρήσεις του Αρείου Πάγου στις παραδοχές υπολογισμού των επιτοκίων στο πλαίσιο του Νόμου Κατσέλη.
Τα μέτρα αυτά έχουν ως στόχο την αντιμετώπιση των κινδύνων που απορρέουν από την ανατίμηση του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ και από την υψηλότερη επιβάρυνση τόκων που συνδέεται με ορισμένα αναδιαρθρωμένα δάνεια που προέρχονται από παλαιότερες συναλλαγές τιτλοποίησης.
Σημειώνεται δε πως η πτωτική τάση του κόστους κινδύνου δείχνει ότι τα τελευταία χρόνια εξυγιάνθηκαν σημαντικά οι ισολογισμοί και ότι περιορίστηκε ο κίνδυνος
Ωστόσο, οι τράπεζες μπορεί να ενισχύσουν περαιτέρω τα αποθέματα κατά τα προσεχή τρίμηνα, εάν οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι παραμείνουν αυξημένοι ή οι ζημίες που σχετίζονται με τα στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο και τα δάνεια που υπάγονται στον Νόμο Κατσέλη ξεπεράσουν τις σημερινές εκτιμήσεις. Συνεπώς, οποιαδήποτε ανοδική πίεση στο κόστος κινδύνου μπορεί να αντισταθμιστεί από τις ανθεκτικές προοπτικές των εσόδων και τη συνεχιζόμενη πιστωτική επέκταση.
Το ενεργητικό και τα δάνεια
Οι δείκτες ποιότητας ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών παραμένουν στα βελτιωμένα επίπεδά τους, λόγω της συνεχιζόμενης οργανικής διαχείρισης προβληματικών ανοιγμάτων, τις περιορισμένες νέες εισροές μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs), της ισχυρής πιστωτικής επέκτασης και και των υψηλών αποθεμάτων που προβλέπονται.
Ο μέσος δείκτης των ακαθάριστων μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων ήταν σταθερός στο 2,6% στα τέλη Ιουνίου 2026 σε σχέση με το τέλος του 2025, ενώ ο μέσος καθαρός δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων αυξήθηκε ελαφρώς στο 0,6% από 0,5%.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις για ζημίες από δάνεια, ο μέσος δείκτης κάλυψης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων έπεσε σε περίπου 80% από 85%, ωστόσο παρέμεινε ισχυρός με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα.
Σημειώνετα δε, πως η ποιότητα του ενεργητικού θα μπορούσε μεσοπρόθεσμα πιεστεί από τις έμμεσες επιπτώσεις της εντεινόμενης έντασης σε γεωπολιτικό επίπεδο. Ενδεικτικά, κάποιες από αυτές είναι οι υψηλότερες τιμές ενέργειας, οι αναζωπυρωμένες πληθωριστικές πιέσεις και η ασθενέστερη οικονομική δραστηριότητα.
Οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να εμφανίζουν ένα από τα ισχυρότερα προφίλ πιστωτικής επέκτασης στην Ευρώπη, λόγω του ότι οι χορηγήσεις επιχειρήσεων συνδέονται με επενδυτικές δραστηριότητες.
Αυτά τα έργα χρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ευνοϊκές εγχώριες οικονομικές συνθήκες.
Ισχυρή όμως περίπου στο 11% σε ετήσια βάση τον Ιούνιο του 2026, παρέμεινε η αύξηση των επιχειρηματικών δανείων, παρόλο που έχει επιβραδυνθεί. Το ποσοστό αυτό είναι σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνη ( περίπου στο 4%).
Αλλά και η χρηματοδότηση των νοικοκυριών συνέχισε να ανακάμπτει, καθώς αυξάνεται κατά περίπου 2,8% σε ετήσια βάση και ευθυγραμμίζεται σε γενικές γραμμές με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (2,9%).
Η ανάκαμψη δείχνει τη βελτίωση της πιστωτικής ζήτησης παρόλο που ο δανεισμός των νοικοκυριών εξακολουθεί να περιορίζεται από την κληρονομιά της παρατεταμένης περιόδου απομόχλευσης της ελληνικής οικονομίας και από την ακόμη υποτονική δραστηριότητα στην αγορά στεγαστικών δανείων.
Η κεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών παραμένει εύρωστη, καθώς στηρίζεται από την υγιή οργανική δημιουργία κεφαλαίου, η οποία εξακολουθεί να αντισταθμίζει τις επιπτώσεις της ισχυρής πιστωτικής επέκτασης, των εξαγορών, των αυξημένων διανομών προς τους μετόχους και της απόσβεσης των αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων (DTCs).
Μάλιστα ο μέσος δείκτης Κεφαλαίων Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (CET1) μειώθηκε στο 14,9% στα τέλη Ιουνίου 2026, από 15,5% που ήταν στο τέλος του 2025, ενώ ο μέσος συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας έπεσε στο 19,7% από 20,1%.
Τα κεφαλαιακά αποθέματα
Σύμφωνα με την DBRS, υγιής παραμένει η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζών, καθώς στηρίζεται από την ικανοποιητική οργανική δημιουργία κεφαλαίου, η οποία εξακολουθεί να αντισταθμίζει τις επιπτώσεις της ισχυρής αύξησης των δανείων, των εξαγορών, των υψηλότερων διανομών στους μετόχους και της απόσβεσης των πιστώσεων αναβαλλόμενου φόρου (DTC).
Μάλιστα, ο μέσος δείκτης CET1 έπεσε στο 14,9% στο τέλος Ιουνίου 2026 από 15,5% που ήταν στο τέλος του 2025, ενώ ο μέσος δείκτης συνολικού κεφαλαίου μειώθηκε στο 19,7% από 20,1%. Και την ίδια στιγμή, η ποιότητα των κεφαλαίων βελτιώθηκε περαιτέρω, καθώς οι αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις αντιπροσώπευσαν σχεδόν το 40% των κεφαλαίων CET1 στα τέλη Ιουνίου 2026, έναντι 43% στο τέλος του 2025.
