Επί τα χείρω αναθεωρούν τις προβλέψεις τους για την πορεία των τιμών στα καύσιμα του επόμενους μήνες, επιφανείς οικονομολόγοι μιλώντας στη Realnews ενώ εκπρόσωποι παραγωγικών φορέων κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου τονίζοντας ότι το υψηλό ενεργειακό κόστος θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα αρκετών επιχειρήσεων και κυρίως μικρομεσαίων. Οι οικονομολόγοι κάνουν λόγο για «ενεργειακή κρίση διαρκείας» που πλήττει νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Γράφει ο Δημήτρης Χριστούλιας
Την ίδια στιγμή πηγές του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας διαβεβαιώνουν ότι δεν θα υπάρξει πρόβλημα με τα αποθέματα στα καύσιμα, αναφέροντας ότι έχει εξασφαλισθεί η απαιτούμενη επάρκεια για τους επόμενους μήνες.
Με την κατάσταση στη Μέση Ανατολή να κλιμακώνεται και την εμπόλεμη κατάσταση στην Ουκρανία να συνεχίζεται η ενεργειακή κρίση παίρνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις με την τιμή του πετρελαίου Μπρεντ και του φυσικού αερίου να βρίσκονται σε πολύ υψηλά επίπεδα.
Δυσοίωνες προβλέψεις
Οι προβλέψεις για την εξέλιξη της ενεργειακής κρίσης είναι δυσοίωνες. Σημαντικές ενεργειακές υποδομές στη Μέση Ανατολή έχουν πληγεί ενώ τα Στενά του Ουρμούζ παραμένουν αποκλεισμένα με την τροφοδοσία των ευρωπαϊκών διυλιστηρίων γίνεται με μεγάλη δυσκολία.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο αγωγός East-West, μέσα από τον οποίο διακινούνταν καθημερινά 7 εκατομμύρια βαρέλια βρίσκεται εκτός λειτουργίας. Πρόκειται για την βασική ενεργειακή αρτηρία μεταφοράς του πετρελαίου που παράκαμπτε τα στενά του Ουρμούζ.
Την ίδια στιγμή η Saudi Aramco, η κρατική πετρελαϊκή και ενεργειακή εταιρείας της Σαουδικής Αραβίας ακυρώνει ή μεταθέτει τις παραδόσεις αργού πετρελαίου προς ευρωπαϊκά διυλιστήρια. Με αυτά τα δεδομένα και μια κρίση στη Μέση Ανατολή να μην δείχνει σημάδια αποκλιμάκωσης συνεχίζονται με αμείωτη ένταση οι αυξήσεις στα καύσιμα, με την τιμή του πετρελαίου Μπρεντ να κινείται ανοδικά προσεγγίζοντας τις προηγούμενες ημέρες ακόμη και τα 110 δολάρια το βαρέλι.
Άνοδος του πετρελαίου Μπρεντ που αποτυπώνεται άμεσα στις τιμές τόσο της αμόλυβδης βενζίνης όσο και του πετρελαίου κίνησης.
Η μέση πανελλαδική τιμή της αμόλυβδης βενζίνης έχει φτάσει τα περίπου 2,17 ευρώ ανά λίτρο, τιμή που θα ξεπέρναγε τα 2,27 ευρώ το λίτρο αν δεν υπήρχε και η επιδότηση των 10 λεπτών ανά λίτρο από τα διυλιστήρια.
Στα 2,15 ευρώ ανά λίτρο είναι η μέση πανελλαδική τιμή για το πετρέλαιο κίνησης, που εάν δεν υπήρχε η επιδότηση θα ήταν στα 2.30 ευρώ ανά λίτρο.
Εκτός ελέγχου βρίσκεται και η τιμή στο φυσικό αέριο, που την προηγούμενη εβδομάδα έχει ξεπεράσει τα 80 ευρώ την μεγαβατώρα, καταγράφοντας ευρώ άνοδο σχεδόν 50 ευρώ την μεγαβατώρα από τις αρχές του περασμένου Μαερίου, οπότε και ξεκίνησαν οι εχθροπραξίες στη Μέση Ανατολή. Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση καταστρώνει ήδη σενάρια προκειμένου να λάβει μέτρα για τον περιορισμό των επιπτώσεων της ενεργειακής κρίσης τόσο στα νοικοκυριά όσο και τις επιχειρήσεις.
Οικονομολόγοι και φορείς της αγοράς μιλώντας στη Realnews προβλέπουν ότι η ενεργειακή κρίση δύσκολα θα αποκλιμακωθεί τους επόμενους μήνες, ακόμη και εάν σήμερα τερματιζόταν ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή.
Για πολλούς μήνες
Μιλώντας στην Realnews ο Ομότιμος Καθηγητής του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Παναγιώτης Πετράκης εκτιμά ότι «εάν διατηρηθεί το επίπεδο της ένταση στη Μέση Ανατολή στα σημερινά επίπεδα εκτιμώ ότι η τιμή του πετρελαίου θα σταθεροποιηθεί σε υψηλά επίπεδα όχι μόνο το 2026 αλλά και όλο το 2027. Η τιμή του πετρελαίου θα κινείται υψηλά και διαβλέπω υψηλότερες πιθανότητες να συμβούν και άλλες κρίσεις όπου θα κρατήσουν το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο σε υψηλά επίπεδα». Επίσης ο Π. Πετράκης τονίζει ότι «το πρόβλημα είναι δυσεπίλυτο γιατί δεν είναι μόνο οι εχθροπραξίες στη Μέση Ανατολή αλλά και ο πόλεμος στην Ουκρανία».
Από την πλευρά του ο Καθηγητής Οικονομικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Παναγιώτης Λιαργκόβας επισημαίνει ότι «η κρίση συνεχίζεται. Δεν υπάρχουν σημάδια ότι θα αποκλιμακωθεί. Θα είναι δύσκολος ο χειμώνας. Τα αποθέματα ειδικά στο φυσικό αέριο είναι λίγα. Το ουκρανικό μέτωπο μένει ανοιχτό. Όλα αυτά προοιωνίζουν έναν δύσκολο χειμώνα για όλη την Ευρώπη». Μάλιστα ο Π. Λιαργκόβας εκτιμά ότι «ακόμη και εάν τελείωνε σήμερα ο πόλεμος θα έπρεπε να περάσουν 6 μήνες για να ομαλοποιηθεί η αγορά σε επίπεδα κοντά σε αυτά πριν από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή».
Πλήγμα για τα νοικοκυριά
«Η ενεργειακή κρίση έχει σημαντικές επιπτώσεις στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς» τονίζει στην «R» o Επίτιμος καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών Γιάννης Χαλικιάς
Συμπληρώνει επίσης ότι «οι επιπτώσεις στις επιχειρήσεις είναι σημαντικές γιατί ανεβαίνει το κόστος των προϊόντων με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος να μειωθεί η κατανάλωση και συνεπώς και οι πωλήσεις των επιχειρήσεων. Κάτι που εάν γίνει θα θέσει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Όλα αυτά και με τη διάρκεια της κρίσης και σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να υπάρξουν παρεμβάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο».
«Οι παρατεταμένες γεωπολιτικές εντάσεις, η ασυνάρτητη πολιτική των ΗΠΑ στον πόλεμο με το Ιράν, αλλά και η κρίση Ρωσίας Ουκρανίας έχουν επηρεάσει τη διεθνή ροή πετρελαίου με ότι αυτό συνεπάγεται στις τιμές ενέργειας, τον πληθωρισμό, την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα», τονίζει από την πλευρά του ο Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς Θαλασσινός Λευτέρης.
Προβλέπει μάλιστα ότι «οι τάσεις αυτές θα χειροτερεύσουν στη διάρκεια του χρόνου, ενώ αν ο χειμώνας θα είναι δριμύς πολλές χώρες της βόρειας Ευρώπης θα δυσκολευτούν πολύ. Το ίδιο και στην Ελλάδα κυρίως λόγω της αστάθμητης και αχαρτογράφητης τάσης της αγοράς προς την ασυδοσία λόγω έλλειψης επαγγελματικής ηθικής και αποτελεσματικών προληπτικών ελέγχων».
Σύμφωνα με τον Λ. Θαλασσινό «η σημερινή κρίση σε αντίθεση με αυτήν του 1973, που οι αραβικές πετρελαιοπαραγωγικές χώρες επέβαλαν αυστηρό εμπάργκο σε χώρες που υποστήριζαν το Ισραήλ, η σημερινή διαφοροποιείται γιατί συνδέεται με γεωπολιτικές συγκρούσεις που είναι ανεξέλεγκτες σε μεγάλο βαθμό, υπαρκτούς κινδύνους στη ναυσιπλοΐα, και περιορισμούς στην παραγωγή. Η καταστροφή και οι σοβαρές ζημιές σε πετρελαϊκές και βιομηχανικές υποδομές δεν αναπληρώνονται εύκολα και γρήγορα, σε σχέση με την κρίση του 1973, που σημαίνει ότι και αν ακόμα εξαφανιστούν οι δυσκολίες σήμερα τα προβλήματα θα συνεχιστούν για μεγάλο διάστημα από 3 έως 5 έτη.
Εντονη ανησυχία
Ο Γιώργος Μπάλτα Καθηγητής Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών υπογραμμίζει ότι «η ενέργεια έχει αποδείξει ιστορικά ότι μπορεί να προκαλέσει σοβαρές οικονομικές κρίσεις με ασύμμετρες και συχνά απρόβλεπτες συνέπειες Η ακριβότερη ενέργεια επηρεάζει ολόκληρη την οικονομία, αυξάνοντας το κόστος παραγωγής, μεταφοράς και διάθεσης προϊόντων, αλλά και το κόστος παροχής υπηρεσιών. Κατά συνέπεια, καθίσταται ορατός ο κίνδυνος ενός νέου κύματος ακρίβειας».
Τονίζει χαρακτηριστικά μάλιστα ότι «οι εξελίξεις αυτές είναι πολύ αρνητικές τόσο για την ελληνική οικονομία όσο και για την ελληνική οικογένεια, η οποία κινδυνεύει να δει για ακόμη μία φορά το κόστος διαβίωσης να αυξάνεται απότομα.
Ίσως έχει έρθει η στιγμή να εξεταστούν έκτακτα και προσωρινά μέτρα, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Στη συζήτηση αυτή δεν θα πρέπει να θεωρείται ταμπού ούτε η βαριά φορολογία των καυσίμων, ούτε οι επιβαρύνσεις στους λογαριασμούς ενέργειας, ούτε ο τρόπος διαμόρφωσης των τιμών στη χονδρική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας».
Κίνδυνος και για τις εξαγωγές
«Η ενεργειακή κρίση επιβαρύνει διπλά τις εξαγωγικές. Τις επιβαρύνει ως ένα αυξημένο λειτουργικό κόστος στην παραγωγική διαδικασία αλλά και στην μεταφορά καθώς υπάρχει αυξημένο μεταφορικό κόστος», τονίζει ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων Αλκιβιάδης Καλαμπόκης. Συνεπώς συμπληρώνει «εξουδετερώνεται κάθε κίνητρο ανταγωνιστικότητας. Σεβόμαστε το δημοσιονομικό περιβάλλον αλλά η κυβέρνηση πρέπει να αντιληφθεί ότι οι εξαγωγές συνεισφέρουν τα μέγιστα στην ελληνική οικονομία αυτή την στιγμή και αυτό θα πρέπει να παρθούν μέτρα μείωσης κόστος στις παραγωγικές μονάδες για να συνεχίσουν οι ελληνικές εξαγωγές την ανοδική τους πορεία».
Από την πλευρά του ο πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς Βασίλης Κορκίδης μιλώντας στην «R» επισημαίνει ότι «η ενεργειακή κρίση επιφέρει ένα διπλό πλήγμα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Από την μια επιβαρύνονται σημαντικά τα νοικοκυριά με αποτέλεσμα να μειώνεται το διαθέσιμο εισόδημά τους και από την άλλη να αυξάνεται το λειτουργικό κόστος σε χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Δηλαδή λιγότερα έσοδα με περισσότερα έξοδα». Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ τονίζει χαρακτηριστικά ότι «αυτό δεν θα είναι βιώσιμο κάποια στιγμή για πολλές επιχειρήσεις, εάν αφενός δεν τελειώσει άμεσα ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και αφετέρου εάν στο απευκταίο σενάριο έχει μεγάλη διάρκεια η κρίση τότε θα πρέπει να παρθούν μέτρα όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο αλλά σε πανευρωπαϊκό».
Τέλος ο πρόεδρος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθηνών Κωνσταντίνος Δαμίγος αναφέρει ότι «το ενεργειακό κόστος αποτελεί πλέον τη μεγαλύτερη απειλή για τη βιωσιμότητα της ελληνικής βιοτεχνίας. Για μια παραγωγική επιχείρηση η ενέργεια δεν είναι απλώς ένας ακόμη λογαριασμός. Είναι βασικός συντελεστής παραγωγής και όταν η τιμή της εκτοξεύεται, συμπαρασύρει το κόστος, εξανεμίζει τα περιθώρια κέρδους και θέτει σε κίνδυνο ακόμη και τη συνέχιση της λειτουργίας μιας επιχείρησης. Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις δεν έχουν άλλα περιθώρια να απορροφούν συνεχείς ανατιμήσεις». Για αυτόν τον λόγο «το ΒΕΑ ζητά έναν μόνιμο μηχανισμό μερικής επιδότησης της ενέργειας, που θα ενεργοποιείται όταν οι τιμές ξεφεύγουν. Η ελληνική βιοτεχνία χρειάζεται προστασία τώρα. Γιατί χωρίς ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος, δεν μπορεί να υπάρξει ανταγωνιστική παραγωγή», καταλήγει ο Κ. Δαμίγος.
