Σε φάση επίσημων διαβουλεύσεων εισέρχεται η διαδικασία αναπροσαρμογής του κατώτατου μισθού, που προγραμματίζεται να τεθεί σε ισχύ από την 1η Απριλίου, μετά την αποστολή της σχετικής πρόσκλησης από την υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Νίκη Κεραμέως, προς τους κοινωνικούς εταίρους και τους επιστημονικούς φορείς. Πρόκειται για την πέμπτη κατά σειρά αύξηση, η οποία αφορά άμεσα 575.684 εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα (22,8% των εργαζομένων) και περίπου 600.000 στο Δημόσιο.
Της Αργυρώς Μαυρούλη (Πηγή: Realnews)
Σύμφωνα με τα σενάρια που εξετάζονται, η αύξηση των κατώτατων αποδοχών εκτιμάται ότι θα κινηθεί στην περιοχή των 40 έως 50 ευρώ σε μηνιαία βάση, τόσο για τον ιδιωτικό τομέα όσο και για τον εισαγωγικό μισθό στο Δημόσιο για το 2026, οδηγώντας τον κατώτατο μισθό από τα 880 ευρώ σήμερα σε 920 έως 930 ευρώ μεικτά. Στο ευρύτερο πλαίσιο της κυβερνητικής στρατηγικής για τη σταδιακή ενίσχυση των εισοδημάτων, παραμένει ως στόχος ο κατώτατος μισθός να φτάσει ή και να ξεπεράσει τα
950 ευρώ το 2027 και ο μέσος μισθός τα 1.500 ευρώ, ανάλογα με την πορεία της οικονομίας.
Για τη διετία 2026-2027 θα ακολουθηθεί η υφιστάμενη διαδικασία διαμόρφωσης των κατώτατων αποδοχών. Η επιτροπή συντονισμού της διαβούλευσης αποστέλλει έγγραφη πρόσκληση προς τους εξειδικευμένους επιστημονικούς και ερευνητικούς φορείς, οι οποίοι καλούνται να συντάξουν και να υποβάλουν έκθεση αξιολόγησης του ισχύοντος νομοθετημένου κατώτατου μισθού. Ακολουθεί η διαβίβαση των υπομνημάτων και της τεκμηρίωσης κάθε διαβουλευόμενου προς τους εκπροσώπους των κοινωνικών εταίρων, με πρόσκληση για προφορική διαβούλευση.
Στη συνέχεια, το σύνολο των υπομνημάτων και των εκθέσεων αποστέλλεται στο Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) για τη σύνταξη του σχεδίου πορίσματος της διαβούλευσης. Η διαδικασία θα ολοκληρωθεί με την υποβολή της εισήγησης της υπουργού Εργασίας προς το υπουργικό συμβούλιο για τον τελικό καθορισμό του κατώτατου μισθού των υπαλλήλων και του κατώτατου ημερομισθίου των εργατοτεχνιτών έως τον Μάρτιο για την εφαρμογή του μέτρου από την 1η Απριλίου.
Η συζήτηση για το ύψος της αύξησης επηρεάζεται από τρεις βασικούς παράγοντες. Ο πρώτος αφορά την επίμονη ακρίβεια και την ανάγκη στήριξης της αγοραστικής δύναμης των χαμηλόμισθων, οι οποίοι πλήττονται δυσανάλογα από τις ανατιμήσεις. Ο
δεύτερος συνδέεται με την επανενεργοποίηση των συλλογικών συμβάσεων, η οποία εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε ευρύτερες μισθολογικές αυξήσεις και θα συμπαρασύρει ανοδικά και τον κατώτατο μισθό. Ο τρίτος παράγοντας αφορά το πολιτικό χρονοδιάγραμμα, καθώς η κυβέρνηση επιδιώκει να έχει διαμορφώσει ένα αισθητά υψηλότερο κατώτατο μισθό έως την άνοιξη του 2027.
Δημόσιοι υπάλληλοι και ένστολοι
Ο αναπροσαρμοσμένος κατώτατος μισθός ισχύει ενιαία για ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Ειδικά στο Δημόσιο, η αύξηση θα ενσωματωθεί οριζόντια στους βασικούς μισθούς όλων των μισθολογικών κλιμακίων και σε όλες τις κατηγορίες προσωπικού (ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ
και ΠΕ). Οι δημόσιοι υπάλληλοι θα δουν αύξηση περίπου 40 ευρώ τον μήνα λόγω της ανόδου του κατώτατου μισθού. Στους ένστολους, οι αυξήσεις θα κυμανθούν ανάλογα με τη βαθμίδα: για ανώτερους αξιωματικούς +276 ευρώ, για υπαξιωματικούς +128
ευρώ και για κατώτερες κατηγορίες +103 ευρώ τον μήνα. Στην Αστυνομία, η μέση αύξηση εκτιμάται στα 111 ευρώ.
Η αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού συνδέεται άμεσα και με τις φορολογικές ελαφρύνσεις που τίθενται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου του 2026. Η μείωση της μηνιαίας παρακράτησης φόρου για μισθωτούς και συνταξιούχους αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω το καθαρό εισόδημα, ενώ ιδιαίτερα ευνοημένοι θα είναι οι νέοι εργαζόμενοι έως 30 ετών που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό. Για εισοδήματα έως 20.000 ευρώ, οι εργαζόμενοι έως 25 ετών θα έχουν μηδενική φορολογική επιβάρυνση, γεγονός
που μεταφράζεται σε αισθητή αύξηση των καθαρών αποδοχών.
Παρά τις διαδοχικές αυξήσεις του κατώτατου μισθού, οι μέσες αποδοχές παραμένουν σε μεγάλο βαθμό «συμπιεσμένες», όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος. Μόνο ένα μικρό μέρος των αυξήσεων στα κατώτατα όρια μεταφέρεται προς τα ανώτερα μισθολογικά κλιμάκια. Βασικοί παράγοντες που λειτουργούν ως «φρένο» αποτελούν η περιορισμένη κάλυψη από κλαδικές συλλογικές συμβάσεις και η χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η ανάλυση του ΟΟΣΑ, ο οποίος στην πρόσφατη έκθεσή του επισημαίνει ότι απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, ώστε οι μισθολογικές αυξήσεις να μην υπερβαίνουν την εξέλιξη της παραγωγικότητας. Η Τράπεζα της Ελλάδος υπογραμμίζει ότι η χώρα εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου σε όρους παραγωγικότητας, γεγονός που καθιστά τις αυξήσεις μισθών πιο ευάλωτες σε πληθωριστικές πιέσεις και επιβαρύνσεις στο κόστος παραγωγής.
Αλλαγές
Κομβική αλλαγή στη μισθολογική πολιτική έρχεται από το 2028, όταν ο κατώτατος μισθός θα καθορίζεται μέσω ενός μαθηματικού τύπου, βασισμένου σε αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια, στο πλαίσιο της ενσωμάτωσης της ευρωπαϊκής οδηγίας για επαρκείς κατώτατους μισθούς.
Ο νέος μηχανισμός θα λαμβάνει υπ’ όψιν τον πληθωρισμό, με ιδιαίτερη έμφαση στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, καθώς και την αύξηση της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας, με τα σχετικά δεδομένα να παρέχονται από την ΕΛΣΤΑΤ.
Το νέο σύστημα εισάγει μεγαλύτερη προβλεψιμότητα και ασφάλεια, καθώς προβλέπεται ρητά ότι ο κατώτατος μισθός δεν μπορεί να μειωθεί, ενώ για πρώτη φορά η προστασία επεκτείνεται και στους εργαζομένους στο Δημόσιο. Παράλληλα, ενισχύεται θεσμικά ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων μέσω ειδικής επιτροπής διαβούλευσης, ιδίως σε περιπτώσεις σοβαρών οικονομικών αναταράξεων που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν παρέκκλιση από τον αυτόματο μηχανισμό αναπροσαρμογής.
