Την ανάγκη να εκπονήθεί ένα συνεκτικό εθνικό σχέδιο για την προσαρμογή της χώρας στα νέα δεδομένα που δημιουργεί η τεχνητή νοημοσύνη, υπογράμμισε ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας σήμερα στο 4th “Quo Vadis AI?” Conference, με τίτλο «Τεχνητή Νοημοσύνη, Αγορά Εργασίας και Κεντρικές Τράπεζες».
Αναφερόμενος στη νέα πραγματικότητα που δημιουργείται ανέφερε ότι «η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν έχει αξίες. Δεν έχει κοινωνική συνείδηση. Δεν έχει αίσθηση δικαιοσύνης. Οι κοινωνίες όμως έχουν. Και γι’ αυτό, η μεγάλη πρόκληση της εποχής μας δεν είναι αν οι μηχανές θα γίνουν πιο ευφυείς. Η πραγματική πρόκληση είναι αν εμείς θα αποδειχθούμε αρκετά σοφοί ώστε να κατευθύνουμε αυτή τη δύναμη προς όφελος του ανθρώπου».
Όπως υποστήριξε, «η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να γίνει ο μεγαλύτερος επιταχυντής προόδου που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα. Ή ο μεγαλύτερος πολλαπλασιαστής ανισοτήτων και συγκέντρωσης οικονομικής και τεχνολογικής ισχύος, εάν η μετάβαση δεν συνοδευθεί από ισχυρούς θεσμούς και κατάλληλες πολιτικές. Το αποτέλεσμα δεν είναι προδιαγεγραμμένο. Θα εξαρτηθεί από τις αποφάσεις που θα λάβουμε σήμερα, έγκαιρα – ως κυβερνήσεις, ως κεντρικές τράπεζες, ως επιχειρήσεις, αλλά κυρίως ως κοινωνίες.
Διότι η τεχνολογία από μόνη της δεν έχει προορισμό. Εμείς της δίνουμε κατεύθυνση. Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη οικονομική, πολιτική και ηθική πρόκληση της εποχής μας.»
«Η νέα πραγματικότητα εγείρει ένα κρίσιμο ερώτημα: η Τεχνητή Νοημοσύνη θα λειτουργήσει ως δύναμη ενίσχυσης της ανθρώπινης δημιουργικότητας ή ως μηχανισμός διεύρυνσης ανισοτήτων και συγκέντρωσης ισχύος;» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Αναφερόμενος στις επιπτώσεις που θα έχει στην Ελλάδα η ΤΝ, ο διοικητής της ΤτΕ ανέφερε ότι η χώρα διαθέτει υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό, ισχυρή ακαδημαϊκή κοινότητα και μια νέα γενιά επιστημόνων με αξιόλογες ψηφιακές δεξιότητες. Η χώρα διαθέτει επίσης μια σημαντική δεξαμενή επιστημόνων και επαγγελματιών υψηλής εξειδίκευσης που δραστηριοποιούνται στο εξωτερικό. Η ενίσχυση των τάσεων επαναπατρισμού ταλέντων και η αποτελεσματική αξιοποίηση αυτού του ανθρώπινου κεφαλαίου μπορούν να αποτελέσουν ισχυρό πλεονέκτημα για την επιτυχή προσαρμογή της ελληνικής οικονομίας στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Η αξιοποίηση όμως αυτών των δυνατοτήτων, όπως υπογράμμισε, απαιτεί ένα συνεκτικό εθνικό σχέδιο. Απαιτεί επενδύσεις στην εκπαίδευση, στην έρευνα, στις ψηφιακές υποδομές και στη σύνδεση πανεπιστημίων και επιχειρήσεων. Απαιτεί επίσης ένα σταθερό και αξιόπιστο θεσμικό περιβάλλον που θα επιτρέπει στις επιχειρήσεις να επενδύουν με μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Και πάνω απ’ όλα, απαιτεί μια κουλτούρα προσαρμογής και διαρκούς μάθησης.
«Σε έναν κόσμο όπου η γνώση απαξιώνεται με ταχείς ρυθμούς, η ανταγωνιστικότητα δεν θα εξαρτάται μόνο από το κόστος εργασίας ή το ύψος των επενδύσεων. Θα εξαρτάται επίσης από την ταχύτητα με την οποία οι κοινωνίες μπορούν να μαθαίνουν, να προσαρμόζονται και να καινοτομούν. Αυτό σημαίνει ότι η εκπαίδευση δεν μπορεί πλέον να θεωρείται μια διαδικασία που ολοκληρώνεται στην αρχή της επαγγελματικής ζωής. Η διά βίου μάθηση μετατρέπεται σε βασική οικονομική υποδομή» ανέφερε, σύμφωνα με το ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο κ. Στούρναρας.
Τέλος, σε σχέση με τις επιπτώσεις που θα έχει η τεχνητή νοημοσύνη στην απασχόληση ο διοικητής της ΤτΕ ανέφερε ότι το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο πόσες θέσεις εργασίας θα δημιουργηθούν ή θα χαθούν. Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιοι θα μπορούν να προσαρμοστούν ταχύτερα στη νέα πραγματικότητα.
