Γράφει ο Μιχάλης Χριστοδουλίδης Διπλ Μηχανολόγος Μηχανικός ΑΠΘ Ενεργειακός Αναλυτής
Η συζήτηση γύρω από το Block 2 στο Ιόνιο έχει φουντώσει, καθώς τα σενάρια για πιθανό κοίτασμα 200 δισ. κυβικών μέτρων (bcm) φυσικού αερίου δίνουν για πρώτη φορά μια αίσθηση κλίμακας των οικονομικών δυνατοτήτων. Παρότι οι έρευνες βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, οι πρώτοι υπολογισμοί δείχνουν τι θα μπορούσε να σημαίνει μια τέτοια ανακάλυψη για το Ελληνικό Δημόσιο.
Η κοινοπραξία που έχει αναλάβει την περιοχή αποτελείται από την ExxonMobil – 60% (μελλοντικός operator στην παραγωγή) την Energean – 30% (operator στη φάση έρευνας) και την HELLENiQ ENERGY – 10%
Το Δημόσιο έχει έμμεση συμμετοχή στην κοινοπραξία, μέσω της Helleniq Energy σε ποσοστό 31,2% που στα συνολικά ακαθάριστα έσοδα αυτό φτάνει στο 3,12% ,ωστόσο αυτό είναι αμελητέο, μπροστά στα έσοδα από την φορολογία κερδών, των δικαιωμάτων (royalties), των μισθωμάτων και των ειδικών προβλέψεων των συμβάσεων παραχώρησης.
Για να γίνει ένας ρεαλιστικός υπολογισμός, χρησιμοποιείται το παρακάτω σενάριο:
Ποσότητα κοιτάσματος: 200 bcm φυσικού αερίου το οποίο αυτό μεταφράζεται σε 2.100TWh με τιμή του φυσικού αερίου περίπου στα 30 με 31 ευρώ η MWh μας κάνει περίπου 65 δισ. ευρώ. Με βάση το συνηθισμένο μοντέλο παραχωρήσεων, το Δημόσιο κανονικά με συντηρητικά ποσοστά λαμβάνει:
- Royalties (δικαιώματα): συνήθως 5%
- Φορολογία εταιρικών κερδών: 20%
- Μισθώματα και ειδικές εισφορές συν Μερίδιο από την αξία μετά την απόσβεση επενδύσεων ένα 10%.
Τελικά το δημόσιο θα λαμβάνει ένα 35% της καθαρής αξίας της παραγωγής. Αν εφαρμόσουμε αυτό το ποσοστό στην εκτιμώμενη αξία: 35% × 65 δισ. = 22,75 δισ..
Αν επιβεβαιωθεί το κοίτασμα και εξελιχθεί πλήρως η παραγωγή, τα έσοδα αυτά θα αποδίδονται στο Δημόσιο σταδιακά, σε βάθος 20 ετών. Το οικονομικό όφελος επομένως είναι σημαντικό. Με δεδομένο ότι η ετήσια παραγωγικότητα ανέρχεται στα 10 bcm, τότε το ετήσιο έσοδο ανέρχεται στα 1,13 δις ευρώ.
Οι παραπάνω υπολογισμοί δεν αποτελούν πρόβλεψη· είναι ένα τεχνικά ρεαλιστικό σενάριο που δείχνει την τάξη μεγέθους των πιθανών οφελών. Τα πραγματικά αποτελέσματα θα εξαρτηθούν από:
- το αν το κοίτασμα επιβεβαιωθεί
- το κόστος ανάπτυξης
- την τελική τιμή αγοράς του φυσικού αερίου
- τον χρόνο παραγωγής
- τις επενδυτικές αποσβέσεις.
Μπορεί η Ελλάδα να εξορύξει μόνη της τα θαλάσσια ενεργειακά κοιτάσματά της;
Η συζήτηση γύρω από την αξιοποίηση των ελληνικών θαλάσσιων κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου επανέρχεται σταθερά στο δημόσιο διάλογο. Μέχρι σήμερα, οι περισσότερες χώρες χωρίς ανεπτυγμένη πετρελαϊκή βιομηχανία στηρίζονται σε πολυεθνικές εταιρείες, οι οποίες αναλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος του έργου και καταλήγουν να αποκομίζουν και το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής υπεραξίας. Το ερώτημα είναι κατά πόσο η Ελλάδα μπορεί να αναπτύξει ένα μοντέλο που θα της επιτρέψει να διαχειριστεί, να εξορύξει και να εμπορευτεί η ίδια τα ενεργειακά της αποθέματα. Η απάντηση δεν είναι απλή, αλλά υπάρχουν συγκεκριμένα βήματα που μπορούν να οδηγήσουν σε μια πραγματικά εθνική ενεργειακή στρατηγική.
Η πρώτη και πιο θεμελιώδης κίνηση είναι η συγκρότηση ενός ισχυρού δημόσιου φορέα με αποκλειστική αρμοδιότητα τη διαχείριση υδρογονανθράκων, υπάρχει ήδη η ΕΔΕΥΕΠ. Δεν πρόκειται για κάτι πρωτόγνωρο, χώρες όπως η Νορβηγία και η Μαλαισία ανέπτυξαν ισχυρό κρατικό μηχανισμό γύρω από την έρευνα και την παραγωγή, ο οποίος όχι μόνο συντόνιζε τις διαδικασίες, αλλά και επέβαλλε κανόνες που διασφάλιζαν ότι τα κέρδη και η τεχνογνωσία παρέμεναν εντός της χώρας. Ένας τέτοιος φορέας στην Ελλάδα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ο «εγκέφαλος» των επιχειρήσεων εξόρυξης: να επιβλέπει τις έρευνες, να εγκρίνει τις γεωτρήσεις, να συντάσσει τεχνοοικονομικές μελέτες και να συμμετέχει με αποφασιστικό ρόλο σε κάθε συμβολαιακή συνεργασία με ξένες εταιρείες.
Ωστόσο, κανένας κρατικός οργανισμός δεν μπορεί να σταθεί χωρίς την απαραίτητη τεχνογνωσία. Η Ελλάδα διαθέτει ικανό επιστημονικό δυναμικό, αλλά η εξόρυξη υδρογονανθράκων σε μεγάλα θαλάσσια βάθη απαιτεί εξειδίκευση υψηλού επιπέδου. Γι’ αυτό η χώρα πρέπει να επενδύσει συστηματικά στην εκπαίδευση Ελλήνων μηχανικών, γεωλόγων και γεωφυσικών μέσα από προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών, συνεργασίες με διεθνή πανεπιστήμια και πρακτική εξάσκηση σε εγκαταστάσεις του εξωτερικού. Σε βάθος λίγων ετών μπορεί να δημιουργηθεί ένα σώμα ειδικών με πλήρη τεχνική επάρκεια, το οποίο θα αντικαταστήσει σταδιακά την εξάρτηση από αλλοδαπά συνεργεία και τεχνικούς συμβούλους.
Ένα άλλο κρίσιμο ζήτημα αφορά τον εξοπλισμό. Οι θαλάσσιες εξορύξεις απαιτούν υπερσύγχρονα γεωτρύπανα, πλωτές εξέδρες και συστήματα παρακολούθησης. Η αγορά αυτών των μέσων είναι εξαιρετικά δαπανηρή και θα επιβάρυνε το ελληνικό Δημόσιο με τεράστια κεφάλαια που θα αργούσαν να αποσβεστούν. Για αυτό το λόγο, η πιο ρεαλιστική στρατηγική για μια χώρα που ξεκινά τώρα είναι η ενοικίαση εξοπλισμού. Πρόκειται για πρακτική που εφαρμόζεται ευρέως διεθνώς και επιτρέπει τη γρήγορη εκτέλεση των εργασιών χωρίς μακροχρόνιες οικονομικές δεσμεύσεις. Με την ενοικίαση, η Ελλάδα θα έχει πρόσβαση στην τελευταία λέξη της τεχνολογίας, ενώ παράλληλα θα μπορεί να επικεντρωθεί στη δημιουργία μόνιμων τεχνικών ομάδων αντί στην αγορά υλικού που ενδεχομένως να μην αξιοποιηθεί στο έπακρο.
Η οργάνωση της παραγωγής απαιτεί επίσης την ύπαρξη μιας εθνικής εταιρείας ενέργειας που θα λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, αλλά θα παραμένει υπό κρατικό έλεγχο. Μια εταιρεία στα πρότυπα της νορβηγικής Equinor θα μπορούσε να αναλάβει τη διαχείριση των εξορύξεων, την πώληση της παραγωγής και τη χρηματοδότηση νέων έργων. Η δομή της θα πρέπει να εξασφαλίζει ότι το ελληνικό Δημόσιο θα έχει πλειοψηφικό ρόλο και θα διαμορφώνει τη στρατηγική, ενώ ταυτόχρονα θα διαθέτει τη λειτουργική ευελιξία μιας σύγχρονης επιχείρησης.
Παράλληλα, η Ελλάδα θα χρειαστεί να επενδύσει στις υποδομές μεταφοράς και αποθήκευσης. Χωρίς δικά της δίκτυα αγωγών, τερματικούς σταθμούς και συστήματα υγροποίησης ή επανεριοποίησης φυσικού αερίου, η χώρα θα παραμένει εξαρτημένη από ξένες εταιρείες όχι μόνο στην εξόρυξη αλλά και στη διακίνηση. Η ανάπτυξη τέτοιων υποδομών δεν είναι μόνο τεχνικό ζήτημα, αλλά και στρατηγικό εργαλείο που μπορεί να καταστήσει την Ελλάδα ενεργειακό κόμβο στην Ανατολική Μεσόγειο.
Τέλος, καμία ενεργειακή στρατηγική δεν μπορεί να αγνοήσει τη γεωπολιτική διάσταση. Η Ελλάδα οφείλει να διαχειριστεί με σοβαρότητα και αποφασιστικότητα τις προκλήσεις που προκύπτουν στην περιοχή, ιδίως όταν γειτονικές χώρες έχουν επιδείξει επανειλημμένα εχθρικές ενέργειες ή αμφισβητήσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων, όπως πράττει σταθερά η Τουρκία. Η ασφάλεια των θαλάσσιων εγκαταστάσεων, η προστασία των ερευνητικών πλοίων και η σταθερότητα των θαλάσσιων ζωνών αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για κάθε έργο εξόρυξης. Αυτό απαιτεί ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας, σαφή διπλωματική στρατηγική και διαρκή ετοιμότητα να υπερασπιστεί η χώρα τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Χωρίς γεωπολιτική σταθερότητα, η οικονομική και ενεργειακή αξιοποίηση των κοιτασμάτων δεν μπορεί να προχωρήσει.
Η αυτοδύναμη εξόρυξη υδρογονανθράκων δεν είναι εύκολη υπόθεση. Απαιτεί τεχνογνωσία, επενδύσεις, υποδομές και σταθερή πολιτική βούληση. Όμως με ένα συνεκτικό σχέδιο που θα συνδυάζει κρατικό έλεγχο, τεχνική επάρκεια και γεωπολιτική αποφασιστικότητα, η Ελλάδα μπορεί να μετατρέψει τα ενεργειακά της αποθέματα σε πραγματικό εργαλείο οικονομικής και εθνικής ισχύος.
Ας υποθέσουμε ότι ξεκινάει η εκμετάλλευση των ελληνικών κοιτασμάτων φυσικού αερίου, με μια ετήσια παραγωγή 10 δισ. κυβικών μέτρων, σε μέτρια βάθη , όπως στο block2 στο Ιόνιο. Αυτό θα απαιτούσε σημαντικές επενδύσεις για την ενοικίαση γεωτρύπανων και τη διαχείριση των υποδομών παραγωγής. Οι σύγχρονες offshore πλατφόρμες μπορεί να κοστίζουν έως και 500.000 δολάρια την ημέρα, ή 430.000 ευρώ την ημέρα, περιλαμβάνοντας σε αυτό το κόστος τα απαραίτητα πληρώματα, τους τεχνικούς και όλα τα υποστηρικτικά λειτουργικά έξοδα (πηγή https://www.worldoil.com).
Με δεδομένη μια σημερινή τιμή πώλησης του φυσικού αερίου στα 30 ευρώ ανά θερμική Μεγαβατώρα, τα έσοδα που θα μπορούσαν να εισρεύσουν στην ΕΔΕΥΕΠ με τιμή αερίου 30 € / MWh (θερμική): ≈ 3,15 δισ. € / έτος με δεδομένο ότι η ετήσια παραγωγή είναι 10bcm. Το ετήσιο κόστος (annualized CAPEX + OPEX, όπως στο προηγούμενο σενάριο): εκτιμάται περίπου στα 719 εκατ. € / έτος. Καθαρά έσοδα προς την Ελληνική Διαχειριστική Εταιρία Υδρογονανθράκων που συμμετέχει το Ελληνικό Δημόσιο ≈ 2,43 δισ. € / έτος. Αυτά είναι προ-φορολογικά / προ-royalties / προ-κεφαλαιοποίησης κερδών.
Βλέπουμε ότι στην περίπτωση παραχώρησης των εξορύξεων σε πετρελαϊκές εταιρίες τα ετήσια κέρδη είναι 1,13 δις ευρώ, ενώ με ενοικίαση εξοπλισμού και εκμετάλλευση αποκλειστικά το ίδιο το δημόσιο τα έσοδα είναι διπλάσια.
