Στο υψηλότερο επίπεδο από το 2002 “σκαρφάλωσε” η απόδοση του 10ετούς ομολόγου της Γαλλίας καθώς ξεπέρασε το 5%. Αυτό συνέβη επειδή εντείνονται οι ανησυχίες των επενδυτών για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της χώρας.
Σύμφωνα με το AFP, η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς ανήλθε σήμερα στις 11:05 τοπική ώρα (12:05 ώρα Ελλάδας) στο 5,005%.
Δηλαδή ξεπέρασε το συμβολικό όριο του 5%. Ταυτόχρονα, η απόδοση του αντίστοιχου γερμανικού ομολόγου ήταν στο 3,41%, κάτι που δείχνει τη σημαντική διαφορά που υπάρχει στο κόστος δανεισμού των δύο μεγαλύτερων οικονομιών της Ευρωζώνης.
Η απόκλιση των αποδόσεων ανάμεσα στα γαλλικά και στα γερμανικά ομόλογα ήταν σχεδόν 160 μονάδες βάσης. Αυτό το επίπεδο παρέπεμψε στην περίοδο της κρίσης χρέους της Ευρώπης. Η Γερμανία θεωρείται σημείο αναφοράς για την ασφάλεια των κρατικών τίτλων στην Ευρωζώνη και η διεύρυνση της διαφοράς δείχνει την υψηλότερη απόδοση που απαιτούν οι επενδυτές για να διακρατήσουν χρέος της Γαλλίας.
Ο John Stopford, επικεφαλής του τομέα εισοδήματος πολλαπλών κατηγοριών επενδυτικών προϊόντων στην εταιρεία διαχείρισης κεφαλαίων Ninety One, ανέφερε πως η πολιτική κατάσταση είναι ιδιαίτερα δυσμενής και εκτιμά πως δύσκολα θα βελτιωθεί σύντομα.
Σύμφωνα με τον ίδιο,, το επικρατέστερο σενάριο είναι να διευρυνθεί περαιτέρω το spread της Γαλλίας ενόψει των προεδρικών εκλογών του Απριλίου.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δύσκολα θα παρέμβει, εκτός εάν η κατάσταση επιδεινωθεί σημαντικά σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα, συμπλήρωσε.
Τι λένε οι ειδικοί για το χρέος της Γαλλίας
Αξίζει να σημειωθεί πως σύμφωνα με το Bloomberg, από τα τέλη Φεβρουαρίου το κόστος δανεισμού της Γαλλίας έχει ανέβει σημαντικά. Την περίοδο εκείνη, οι αποδόσεις ήταν στο 3,2%.
Η χώρα έχει δεχθεί τις ισχυρότερες πιέσεις στο πλαίσιο της ευρύτερης πώλησης κρατικών ομολόγων στις οικονομίες της G7.
Ο πόλεμος στο Ιράν έχει ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις και έχει επιβαρύνει κυρίως τις χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος και μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα. Και αυτό διότι, οι τιμές των ομολόγων πέφτουν , οι αποδόσεις τους αυξάνονται. Η εξέλιξη αυτή ανεβάζει το κόστος με το οποίο δανείζονται οι κυβερνήσεις των χωρών της Ευρωζώνης.
Μάλιστα, Jeff Muellerο επικεφαλής του τομέα σταθερού εισοδήματος μαζί με άλλον συνάδελφό του στη Morgan Stanley Investment Management, εκτίμησαν πως η πολιτική βούληση για τη εξυγίανση δημοσιονομικών πριν από τη διενέργεια εκλογών είναι εξαιρετικά περιορισμένη.Όπως είπε πως, υπάρχουν σημαντικά περιθώρια στο να επιδεινωθεί περαιτέρω η κατάσταση.
Το έλλειμμα
Οι πιέσεις στην αγορά ομολόγων συνδέονται με τις επίμονες ανησυχίες για το δημοσιονομικό έλλειμμα της Γαλλίας και τη δυνατότητα της κυβέρνησης στο να προχωρήσει σε εξυγίανση δημοσιονομικών. Σύμφωνα με το Reuters, η πολιτική αβεβαιότητα, οι δυσκολίες στην έγκριση του προϋπολογισμού και οι εκτεταμένες κοινωνικές κινητοποιήσεις επιβαρύνουν περαιτέρω το κλίμα των επενδύσεων.
Η άνοδος των αποδόσεων δεν περιορίζεται στη Γαλλία, καθώς οι διεθνείς αγορές κρατικού χρέους βρίσκονται αντιμέτωπες με πιέσεις που σχετίζονται με την αύξηση των τιμών ενέργειας και των επιτοκίων. Ωστόσο, οι αποδόσεις γαλλικών ομολόγων έχουν σημειώσει ιδιαίτερα έντονες απώλειες.
Ενδεικτικά αναφέρεται πως η απόδοση του 10ετούς ομολόγου της χώρας έχει αυξηθεί από την αρχή της εβδομάδας κατά περισσότερες από 20 μονάδες βάσης.
Μάλιστα, ήδη το spread των γαλλικών 1οετών είχε “σκαρφαλώσει ” την Τρίτη, σε υψηλό 14 ετών, καθώς υπερέβη τις 150 μονάδες βάσης.
Η νέα άνοδος της απόδοσης πάνω από το 5% ενισχύει τις ανησυχίες για το μελλοντικό κόστος εξυπηρέτησης του χρέους της Γαλλίας, σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα έχει αυξημένες χρηματοδοτικές ανάγκες και τα περιθώρια δημοσιονομικών ελιγμών είναι περιορισμένα
Η αξιολόγηση της Moody’s
Η επικείμενη αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας της Γαλλίας από τη Moody’s δημιουργεί πρόσθετη αβεβαιότητα.
Το αποτέλεσμα αναμένεται να ανακοινωθεί την Παρασκευή, αλλά ενδέχεται να υποβαθμιστεί το outlook της χώρας, καθώς οι προοπτικές της υφιστάμενης αξιολόγησης Aa3 έχουν ήδη χαρακτηριστεί αρνητικές. Μια πιθανή υποβάθμιση της οικονομίας της Γαλλίας από τον οίκο θα μπορούσε να εντείνει τις ανησυχίες των επενδυτών για τη πορεία της χώρας στα δημοσιονομικά και να ασκήσει νέες πιέσεις στο κόστος δανεισμού της.
