Στροφή προς τα μετρητά κάνουν οι Ρώσοι, καθώς οι συνεχείς διακοπές στο Ίντερνετ προκαλούν προβλήματα στις πληρωμές με κάρτα. Παράλληλα, όλο και περισσότερες επιχειρήσεις αναζητούν τρόπους να γλιτώνουν φόρους, ενώ η οικονομική πίεση όλο και αυξάνεται λόγω του πολέμου στην Ουκρανία που πλέον έχει ξεπεράσει σε διάρκεια τα 4 χρόνια.
Από την αρχή του 2026 η Ρωσία έχει ρίξει στην αγορά 1,56 τρισ. ρούβλια (20 δισ. δολάρια) σε μετρητά. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ένεση ρευστότητας, πλην της περιόδου της πανδημίας του Covid-19, σύμφωνα με στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας που ανέλυσε το BBC.
Η αύξηση στη χρήση μετρητών καταγράφεται, σε μια περίοδο που η Ουκρανία εξαπολύει σφοδρές επιθέσεις με drones, αναγκάζοντας το Κρεμλίνο να προχωρά σε συχνές διακοπές της σύνδεσης με το διαδίκτυο σε μεγάλες περιοχές της χώρας. Οι πολίτες, επομένως, δεν μπορούν να κάνουν πληρωμές με κάρτα. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι στόχος των διακοπών αυτών είναι η αντιμετώπιση των επιθέσεων με drones.
«Το να έχεις μετρητά διαθέσιμα σου δίνει μια αίσθηση ελέγχου και ασφάλειας» δήλωσε στο BBC κάτοικος της Μόσχας, υπό τον όρο της ανωνυμίας. «Αν υπάρξει κάποια έκτακτη ανάγκη στην πόλη, ξέρω ότι θα μπορώ ακόμη να αγοράσω τα βασικά είδη, ακόμη κι αν πέσει το δίκτυο κινητής τηλεφωνίας».
Η πρόσφατη αύξηση στη χρήση μετρητών δεν είναι η πρώτη ούτε και η τελευταία, καθώς σε όλες τις φάσεις έξαρσης του πολέμου οι Ρώσοι κατέφευγαν στις αναλήψεις μετρητών για να έχουν ένα «μαξιλάρι ασφαλείας» απέναντι στην αβεβαιότητα. Τα μετρητά σε κυκλοφορία αυξήθηκαν απότομα μετά την ανακοίνωση του Βλαντιμίρ Πούτιν για μερική επιστράτευση τον Σεπτέμβριο του 2022, καθώς και κατά τη διάρκεια της σύντομης ανταρσίας της ομάδας Wagner τον Ιούνιο του 2023.
Σε αυτή τη φάση η στροφή προς τα μετρητά δυσκολεύει το κράτος να εισπράξει φόρους, ακριβώς τη στιγμή που αντιμετωπίζει αυξανόμενο δημοσιονομικό έλλειμμα και χρειάζεται κάθε ρούβλι που μπορεί να συγκεντρώσει για τη χρηματοδότηση του πολέμου στην Ουκρανία.
Παρότι ο πετρελαϊκός και ο τομέας φυσικού αερίου της Ρωσίας – που αντιπροσωπεύουν περίπου το ένα τέταρτο των κρατικών εσόδων – έχουν επωφεληθεί από την πρόσφατη άνοδο των τιμών του πετρελαίου μετά τον πόλεμο στο Ιράν, η ευρύτερη οικονομία επιβραδύνεται.
Τον Μάιο, το ρωσικό υπουργείο Οικονομίας αναθεώρησε προς το χειρότερο την πρόβλεψή του για την ανάπτυξη του ΑΕΠ στο 0,4% για το 2026, το χαμηλότερο ποσοστό από το 2022.
Προκειμένου να αυξήσει τα έσοδά του, το Κρεμλίνο αύξησε τον ΦΠΑ από 20% στο 22% τον Ιανουάριο και μείωσε το όριο πάνω από το οποίο οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις υποχρεούνται να καταβάλλουν ΦΠΑ, ωθώντας πολλές ήδη πιεσμένες επιχειρήσεις στα όριά τους.
Με τα περιθώρια κέρδους να περιορίζονται από τους υψηλότερους φόρους και την επιβράδυνση της οικονομίας, φαρμακεία, εστιατόρια, κέντρα αισθητικής και μικρά καταστήματα γειτονιάς κατευθύνουν όλο και περισσότερο τους πελάτες προς τις πληρωμές με μετρητά, ώστε να κρατούν μεγαλύτερο μέρος των εσόδων εκτός φορολόγησης.
«Οι πάγκοι στην αγορά μας κλείνουν ο ένας μετά τον άλλον, επειδή δεν είναι πλέον βιώσιμο να παραμένουν ανοιχτοί» δήλωσε ιδιοκτήτρια μικρού καταστήματος ρούχων. «Οι περισσότεροι από όσους εξακολουθούν να λειτουργούν ζητούν από τους πελάτες να πληρώνουν με μετρητά όποτε μπορούν, ώστε να περνούν λιγότερα χρήματα από το ταμείο».
Ο Τάρας Σκβορτσόφ, οικονομικός διευθυντής της μεγαλύτερης ρωσικής τράπεζας Sberbank, προειδοποίησε τον περασμένο μήνα ότι υπάρχουν «πολύ σοβαρές ενδείξεις» πως περισσότερες επιχειρήσεις πληρώνουν «μαύρους» μισθούς.
Περίπου 6% των επιχειρηματιών δήλωσαν ότι έχουν στραφεί σε «γκρίζες πρακτικές» για να αντιμετωπίσουν τη νέα φορολογική επιβάρυνση, όπως η αποφυγή έκδοσης αποδείξεων, σύμφωνα με έρευνα του Μαΐου από τη μεγαλύτερη ρωσική ένωση μικρομεσαίων επιχειρήσεων, την Opora Russia.
