Quantcast
Νερό: Προβληματισμός στο Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής για τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στην ΡΑΕ - enikonomia.gr
share

Νερό: Προβληματισμός στο Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής για τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στην ΡΑΕ

δημοσιεύτηκε:

Προβληματισμός επικρατεί για τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων για το νερό στη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας ΡΑΕ, όπως αυτό προκύπτει από την έκθεσή του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής που δόθηκε στην δημοσιότητα.

Το νερό δεν είναι εμπορικό προϊόν, η ύδρευση συνιστά Υπηρεσία Κοινής Ωφέλειας, υπενθυμίζει το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής στην έκθεσή του επί του νομοσχεδίου με το οποίο ανατίθενται στη ΡΑΕ αρμοδιότητες εποπτείας και ελέγχου των παρόχων υπηρεσιών ύδατος (ύδρευσης και αποχέτευσης) και των φορέων διαχείρισης αστικών αποβλήτων.

Το πλαίσιο για το νερό

Το Επιστημονικό Συμβούλιο παραθέτει το κοινοτικό πλαίσιο για την πολιτική ύδατος και τη νομολογία του ΣτΕ και υπογραμμίζει μεταξύ άλλων ότι «τίθεται το ερώτηµα αν και κατά πόσον οι µεταβιβαζόµενες µε τον παρόν νοµοσχέδιο αρµοδιότητες στη Ρ.Α.Α.Ε.Υ. συµβαδίζουν µε τη νομολογία του Συµβουλίου της Επικρατείας».

Συνοπτικά, σύμφωνα με την έκθεση του Επιστημονικού Συμβουλίου:

  • Οδηγία 2000/60/ΕΚ, για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τοµέα της πολιτικής των υδάτων: Τέθηκε το νοµοθετικό πλαίσιο για την ορθή διαχείριση και προστασία των υδατικών πόρων και την αποτροπή της περαιτέρω υποβάθµισής τους. Στο Προοίµιό της αναφέρεται πως «το ύδωρ δεν είναι εµπορικό προϊόν όπως όλα τα άλλα, αλλά αποτελεί κληρονοµιά που πρέπει να προστατεύεται και να τυγχάνει της κατάλληλης µεταχείρισης», καθώς και ότι «η ύδρευση συνιστά υπηρεσία κοινής ωφέλειας».
  • Σύμφωνα με την Οδηγίας, το 2003  ψηφίστηκε ο νόμος με τον οποίο συστάθηκε η Εθνική Επιτροπή Υδάτων. Η Εθνική Επιτροπή Υδάτων καταργείται με το νόμο που εισάγεται σήμερα στην Ολομέλεια.
  • Η Εθνική Επιτροπή Υδάτων  που χαράσσει την πολιτική για την προστασία και διαχείριση των υδάτων είχε  εκδώσει απόφαση, όπως προέβλεπε ο νόμος 3199/2003, για την «Έγκριση γενικών κανόνων κοστολόγησης και τιµολόγησης υπηρεσιών ύδατος. Μέθοδος και διαδικασίες για την ανάκτηση κόστους των υπηρεσιών ύδατος στις διάφορες χρήσεις του». Ωστόσο, δεν προχώρησε η εφαρμογή ενιαίου πλαισίου τιμολόγησης των υπηρεσιών ύδατος για τις διάφορες χρήσεις του. Το κενό αυτό επιχειρείται να καλυφθεί με το σημερινό σχέδιο νόμου που αναθέτει την εποπτεία και την παρακολούθηση των υπηρεσιών ύδατος στην ανεξάρτητη αρχή.
  •  Σύμφωνα με το υφιστάμενο πλαίσιο,  για τον προσδιορισµό του κόστους των υπηρεσιών ύδατος λαµβάνονται υπόψη τρεις συνιστώσες:

α. το χρηµατοοικονοµικό κόστος του παρόχου (σ.σ. επενδυτικό, λειτουργικό, δαπάνες συντήρησης, κόστος δανεισµού κ.λπ.),

β. το περιβαλλοντικό κόστος, το οποίο συνίσταται στο κόστος της απόκλισης της κατάστασης των υδάτων από την (προστατευόµενη) καλή κατάστασή τους,

γ. και το κόστος φυσικού πόρου (που συνθέτουν το περιβαλλοντικό κόστος), δηλαδή το κόστος άλλων εναλλακτικών χρήσεων του ύδατος, οι οποίες είναι αναγκαίες σε περίπτωση που το υδατικό σύστημα χρησιμοποιείται πέραν του ρυθμού της φυσικής του αναπλήρωσης.

  • «Υπό το φως των ανωτέρω, διατυπώνεται προβληματισμός κατά πόσον οι προτεινόμενοι στα υπό ψήφιση άρθρα ορισμοί και διαδικασίες κοστολόγησης και τιµολόγησης των υπηρεσιών ύδατος εκπληρώνουν την απαίτηση για προηγούμενη οικονομική ανάλυση που αποτελεί τη νόμιμη προϋπόθεση και το αιτιολογικό έρεισµα της τιµολογιακής πολιτικής, στηρίζεται στην ανάλυση των χαρακτηριστικών συγκεκριμένης περιοχής και διέπεται από την αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει”, κατανέμει, δηλαδή, τα οικονοµικά βάρη στους χρήστες των υπηρεσιών ύδατος µε γνώµονα τις προκαλούµενες από τις δραστηριότητές τους επιπτώσεις στην κατάσταση των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων, κατά τρόπον ώστε, µέσω της τιµολόγησης των εν λόγω υπηρεσιών, να προστατεύονται κατά τρόπον αποτελεσματικό οι υδατικοί πόροι και να ελέγχεται η υπερβολική κατανάλωση του ύδατος», αναφέρει το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής και υπενθυμίζει ότι σύμφωνα με το ΣτΕ πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν, κατά την ανάκτηση του κόστους, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής λεκάνης απορροής, οι κρατούσες γεωγραφικές και κλιµατολογικές συνθήκες και τα δεδομένα που προκύπτουν από την οικονομική ανάλυση της χρήσης του ύδατος.
  • «Εν προκειµένω δεν θεσπίζονται συγκεκριµένοι κανόνες και διαδικασίες µε τις οποίες να διασφαλίζεται ότι οι πάροχοι των υπηρεσιών ύδατος προσαρµόζουν την τιµολογιακή τους πολιτική στα δεδοµένα που προκύπτουν από τα εγκεκριµένα σχέδια διαχείρισης των λεκανών απορροής ποταµών ούτε προβλέπεται ότι, κατά την έγκριση των τιµολογίων των παρόχων από τις αρµόδιες αρχές, ελέγχεται η τήρηση των κατευθύνσεων που τίθενται στα σχέδια διαχείρισης, ώστε να εξασφαλίζεται ότι η τιµολογιακή πολιτική διαμορφώνεται κατά τρόπο σύμφωνο προς τις ανωτέρω επιταγές του νόμου και της οδηγίας, κατ’ εκτίμηση των κοινωνικών, περιβαλλοντικών και οικονομικών αποτελεσμάτων της ανάκτησης και της αρχής “ο ρυπαίνων πληρώνει”», σημειώνει το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής.
  • Περαιτέρω δεν προσδιορίζονται συγκεκριµένες παράµετροι, κατ’ εκτίµηση των οποίων πρέπει να καθορίζεται το επίπεδο ανάκτησης του κόστους των υπηρεσιών ύδατος στις διάφορες χρήσεις, σύµφωνα µε τα κριτήρια που µνηµονεύονται στο άρθρο 12 του ν. 3199/2003».
  • Σύμφωνα με το ΣτΕ, η εθνική πολιτική παροχής υπηρεσιών ύδρευσης, συµπεριλαµβανοµένης και της τιµολόγησης αυτών, σχεδιάζεται από τα κράτη µέλη ως πολιτική παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, µε βασικό κριτήριο την επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων της οδηγίας 2000/60/ΕΚ
  • Έχει κριθεί ότι οι διατάξεις του νόμου που αφορά στη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας, είναι διατάξεις που υπαγορεύονται από λόγους δηµοσίου συµφέροντος, που συνίστανται στην ανάπτυξη της αγοράς ενέργειας και στην προστασία και προαγωγή του ελεύθερου υγιούς ανταγωνισµού στον τοµέα αυτό προς όφελος των καταναλωτών.
  • «Τίθεται το ερώτηµα αν και κατά πόσον οι µεταβιβαζόµενες µε τον παρόν νοµοσχέδιο αρµοδιότητες στη Ρ.Α.Α.Ε.Υ. συµβαδίζουν µε τη νομολογία του Συµβουλίου της Επικρατείας», σύμφωνα με το οποίο η παροχή υπηρεσιών κοινής ωφελείας, όπως υδρεύσεως και αποχετεύσεως, δεν συνιστά δραστηριότητα αναπόσπαστη από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας και δύναται να ανατίθεται σε δηµόσια επιχείρηση υπό µορφή ανώνυµης εταιρείας, όπως η ΕΥΔΑΠ ΑΕ, η οποία παρέχει υπηρεσίες κοινής ωφέλειας απολύτως ζωτικής σηµασίας.
  • Δεδομένης της νομολογίας του ΣτΕ είναι συνταγµατικώς επιβεβληµένος ο έλεγχος της ΕΥΔΑΠ ΑΕ από το Ελληνικό Δηµόσιο, όχι απλώς µε την άσκηση εποπτείας επ’ αυτής, αλλά και διά του µετοχικού της κεφαλαίου. (σ.σ. με το άρθρο 27 του σχεδίου νόμου, «η εποπτεία της «Ε.ΥΔ.Α.Π. Α.Ε.» και του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΓΙΩΝ Ε.ΥΔ.Α.Π.» μεταφέρεται στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας»).

Διαβάστε ολόκληρη την έκθεση εδώ

Έρχεται νομοσχέδιο για το νερό

 

Το νομοσχέδιο για το νερό εισάγεται την προσεχή Δευτέρα για συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής. Η κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι η ανάθεση του νερού στον εποπτικό έλεγχο της ΡΑΕ θα ενισχύσει τη διαφάνεια και ορθολογικότητα της υδατικής πολιτικής, θα αναβαθμίσει τη θέση των καταναλωτών, μέσω της θέσπισης λογοδοσίας των φορέων παροχής υπηρεσιών ύδατος και διαχείρισης αποβλήτων, καθώς και μέσω του ελέγχου των αναπτυξιακών-επενδυτικών και τιμολογιακών πολιτικών.

Ο  υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Κώστας Σκρέκας έχει επισημάνει ότι θέλει να διατηρήσει το δημόσιο χαρακτήρα των υπηρεσιών παροχής ύδατος, και του πόσιμου νερού στις πόλεις και του αρδευτικού νερού στις καλλιέργειες. Όπως όμως έχει δηλώσει, σήμερα ο έλεγχος είναι πλημμελής και γι΄αυτό απαιτείται συστηματικά να ελέγχει και να εποπτεύει μια δημόσια ανεξάρτητη αρχή.

Κατά την επεξεργασία του νομοσχεδίου στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή, οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης (ΔΕΥΑ) επισήμαναν ότι στο νομοσχέδιο (άρθρο 11) ορίζεται πως η Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (σ.σ. σήμερα είναι η ΡΑΕ) θα πρέπει να «παρακολουθεί και εποπτεύει την ορθή εφαρμογή συμβάσεων παραχώρησης υπηρεσιών ύδατος σε τρίτους». «Ευλόγως συνεπώς», όπως σημειώνουν «όλοι οι φορείς της αυτοδιοίκησης έχουν την άποψη ότι, εν τέλει, πίσω από την υπόθεση αυτή, κρύβεται ιδιωτικοποίηση». Στο ίδιο περίπου κλίμα κινούνται και οι Φορείς Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ΦΟΣΔΑ), οι οποίοι ζητούν ενίσχυσή τους, με μόνιμο προσωπικό, και απόσυρση του νομοσχεδίου. Τις διαβεβαιώσεις του υπουργείου για τη βούληση της κυβέρνησης το νερό να μην ιδιωτικοποιηθεί αμφισβήτησαν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων σε ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ που κάλεσαν την κυβέρνηση να απαντήσει «προς τι το ΣΔΙΤ στο εξωτερικό υδροδοτικό σύστημα της Αθήνας» και δήλωσαν αντίθετοι με την υπαγωγή του νερού σε μια «ρυθμιστική αρχή της αγοράς».

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν καταγγείλει ότι το νομοσχέδιο είναι αντισυνταγματικό και κινείται αντίθετα με την απόφαση του ΣτΕ για το νερό. «Το νερό δεν είναι εμπορικό προϊόν, για να ρυθμίζεται σε καθεστώς αγοράς», έχουν υπογραμμίσει.

Μετά την ολοκλήρωση της επεξεργασίας του νομοσχεδίου, στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή, από το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας έγινε γνωστό ότι θα υπάρξουν αλλαγές στο νομοσχέδιο, οι οποίες θα ανακοινωθούν, κατά τη συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής.

Την εβδομάδα που πέρασε, ο κ. Σκρέκας συναντήθηκε με αντιπροσωπεία της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδος (ΚΕΔΕ) της Ένωσης Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης – Αποχέτευσης (ΕΔΕΥΑ). Μετά τη συνάντηση εκδόθηκε ανακοίνωση, σύμφωνα με την οποία, η πολιτεία διατηρεί το σύνολο των ρυθμιστικών- κανονιστικών αρμοδιοτήτων για την άσκηση της υδατικής πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής κοστολόγησης και τιμολόγησης της ύδρευσης και της αποχέτευσης.

 

 

 

share
Σχόλια Αναγνωστών
Ροή
Οικονομία
Επιχειρήσεις
Επικαιρότητα

Ενημερωθείτε πρώτοι με τον τρόπο που θέλετε.