Στην βελτίωση του πλαισίου απόδοσης του Ελληνικού Σήματος προχωρά το υπουργείο Οικονομίας

Στην αναθεώρηση της στρατηγικής για την εκπόνηση του Ελληνικού Σήματος προχωράει το υπουργείο Οικονομίας για να καταστεί το πλαίσιο πιο γρήγορο και ευέλικτο.

Αυτό γνωστοποίησε ο γενικός γραμματέας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή Αντώνης Παπαδεράκης στο συμπόσιο με θέμα «Η Αξία και η Δυναμική του Ελληνικού Σήματος στην Ανάπτυξη της Οικονομίας» και σημείωσε ότι ήδη έχει ανατεθεί η εκπόνηση σχετικής μελέτης της οποίας τα συμπεράσματα αναμένονται σύντομα.

Όπως είπε ο Παπαδεράκης στο νέο οργανόγραμμα του υπουργείου Οικονομίας προβλέπεται η σύσταση ειδικής υπηρεσίας για την υποστήριξη του Ελληνικού Σήματος ενώ θα εκπονηθεί ένα δυναμικό σχέδιο κανονισμών που θα έχει μεγαλύτερη ευελιξία χωρίς να χαθεί η αξιοπιστία και η αυστηρότητα τήρησης των προδιαγραφών.

“Αν θέλουμε το Ελληνικό Σήμα να παίξει το ρόλο που φιλοδοξούμε πρέπει οι διαδικασίες να έχουν επιστημονική στήριξη ώστε να μην υπάρχουν αμφισβητήσεις διότι ένα τέτοιο σήμα θα αποτελέσει και αφετηρία ανταγωνιστικών καταστάσεων μεταξύ των επιχειρήσεων” υπογράμμισε ο γενικός γραμματέας

Ο ίδιος πρόσθεσε ότι μέχρι τώρα έχουν εκδοθεί κανόνες μόνο για το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα και για τα αλκοολούχα ποτά ενώ έχουν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες και είναι προς υπογραφή οι κανονισμοί για το ελαιόλαδο και τις επιτραπέζιες ελιές από τον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης”

Μέχρι σήμερα έχει αποδοθεί Ελληνικό Σήμα σε 524 προϊόντα εκ των οποίων 170 είναι αλκοολούχα ποτά και τα υπόλοιπα αφορούν σε γάλατα και γαλακτοκομικά προϊόντα, όμως υπάρχουν και αρκετά αιτήματα μεμονωμένων επιχειρήσεων μεγάλης ποικιλίας που θέλουν να λάβουν το σήμα οπότε η επιτάχυνση των διαδικασιών και η ανανέωση του πλαισίου ώστε να καταστεί πιο ευέλικτο είναι η λύση για την προώθηση του θεσμού, όπως σημείωσε ο κ. Παπαδεράκης.

Από την πλευρά του ο αναπληρωτής υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Ιωάννης Τσιρώνης σημείωσε ότι η αναγνώριση του Ελληνικού Σήματος πρέπει να συνοδεύεται και από τον αυτοέλεγχο και τον αυστηρό έλεγχο των προϊόντων αλλά κυρίως να αξιοποιηθούν τα ελληνικά προϊόντα από την τουριστική βιομηχανία ώστε να εξοικειωθούν οι ξένοι καταναλωτές μαζί τους και να τα αναζητούν στις αγορές τους.

Στην αξία του ελληνικού σήματος για τη βιωσιμότητα μιας επιχείρησης, την κερδοφορία και την περαιτέρω ανάπτυξή της στη διεθνή αγορά αναφέρθηκαν οι ομιλητές κατά τη διάρκεια του συμποσίου.

Στην ομιλία του, ο πρόεδρος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας, Παύλος Ραβάνης, τόνισε ότι χρειάζεται μια συντονισμένη προσπάθεια ένας μεγάλος εθνικός στόχος, για την προώθηση της ελληνικότητας των παραγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι «το Σήμα Ελληνικών Προϊόντων και Υπηρεσιών που ταυτοποιεί την ελληνική προστιθέμενη αξία αποτελεί για τον Έλληνα μικρομεσαίο επιχειρηματία το τελευταίο του ανάχωμα».

Ο κ. Ραβάνης πρόσθεσε ότι «σκοπός του σήματος είναι η εδραίωση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών στα προϊόντα που δηλώνονται ελληνικά, η αποφυγή φαινομένων παραπλάνησής τους, η προστασία των συμφερόντων των παραγωγών από απομιμήσεις και αθέμιτο ανταγωνισμό, καθώς και η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων». Υπενθύμισε δε πως το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο της Αθήνας, έχοντας ως στόχο την προάσπιση των συμφερόντων των επιχειρήσεων, έχει αναπτύξει από τον Μάιο του 2016 διάφορες πρωτοβουλίες για τη διεύρυνση των κανονισμών απονομής Ελληνικού Σήματος στους κλάδους ένδυσης, υπόδησης, επίπλου και παιχνιδιού.

Από την πλευρά του ο πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Μάρκετινγκ, Γεώργιος Αυλωνίτης, υπογράμμισε την αξία της παραγωγής και διάθεσης επώνυμων προϊόντων και τόνισε ότι «χρειαζόμαστε άμεσα ένα νέο παραγωγικό κα αναπτυξιακό μοντέλο εξωστρέφειας που να απαντά στις σύγχρονες προκλήσεις παραγωγής προϊόντων και προσφοράς υπηρεσιών, βασισμένο στην ποιότητα, την καινοτομία, τη διαφοροποίηση, τις στοχευμένες αγορές, τα διεθνή δίκτυα διανομών και τα ισχυρά brandnames, εκμεταλλευόμενοι τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της χώρας μας».

Επίσης, σημείωσε, σύμφωνα με το ΑΠΕ, πως «προτεραιότητά μας θα πρέπει να είναι η στροφή από μια οικονομία χαμηλού κόστους σε μια οικονομία ποιοτική και εξωστρεφή, συνυφασμένη με το περιβάλλον, τον πολιτισμό μας και τις παραδόσεις μας, που θα διαχειρίζεται αειφόρα τους φυσικούς μας πόρους». Επίσης, τόνισε πως «το έλλειμμα στρατηγικής εξωστρέφειας, που στερούσε τα ελληνικά προϊόντα και κυρίως τα προϊόντα με τα σήματα ΠΟΠ, ΠΓΕ, Βιολογικά κ.λπ. από τις διεθνείς αγορές, θα πρέπει να ανατραπεί και να κτιστεί μια μόνιμη σχέση εμπιστοσύνης με τις αγορές αυτές».


Exit mobile version