Οι τρεις εβδομάδες από την έναρξη των πολεμικών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή είναι το κομβικό χρονικό διάστημα εντός του οποίου η ελληνική οικονομία αντέχει να βγει από τη νέα γεωπολιτική κρίση με τις μικρότερες απώλειες. Σύμφωνα με στελέχη του οικονομικού επιτελείου, εάν η πολεμική σύγκρουση διαρκέσει μεγαλύτερο χρονικό διάστημα οι συνέπειες θα είναι πιο σοβαρές για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, καθώς θα επηρεαστούν σημαντικοί κλάδοι της οικονομίας, όπως οι μεταφορές, η βιομηχανία, η αγροτική παραγωγή, αλλά και ο τουρισμός.
Παράλληλα, η «επιστροφή» μιας ενεργειακής κρίσης, με πιο μόνιμα χαρακτηριστικά, θα μπορούσε να πυροδοτήσει ένα νέο, ακόμη πιο έντονο κύμα πληθωρισμού, με πίεση στις τιμές των καυσίμων, των λογαριασμών ρεύματος και των υπηρεσιών, να μειώσει την κατανάλωση και να επιβραδύνει την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, πλήττοντας τα δημόσια οικονομικά της χώρας.
Η προσοχή της ελληνικής κυβέρνησης είναι εστιασμένη στη διαμόρφωση των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, αφού μια παρατεταμένη πολεμική σύρραξη θα εκτινάξει το κόστος μεταφορών -που επηρεάζει το σύνολο των προϊόντων- και την ακρίβεια, πολλώ δε μάλλον όταν η κρίση βρίσκει την Ελλάδα με υψηλό πληθωρισμό (3% τον Φεβρουάριο) και θα απαιτήσει πρόσθετα κονδύλια για μέτρα ενίσχυσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, προκειμένου να περιοριστούν οι επιπτώσεις.
Παρότι είναι αρκετά νωρίς για να εξαχθούν σαφή συμπεράσματα για την εξέλιξη της σημερινής κρίσης, τα χειρότερα σενάρια δεν μπορούν να αποκλειστούν, δεδομένου -όπως φαίνεται- ότι δεν πρόκειται για μια πολεμική επιχείρηση λίγων ημερών. Η άνοδος των τιμών της ενέργειας επιδρά στην οικονομία, αυξάνοντας το κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, περιορίζοντας την κατανάλωση και μειώνοντας την ανάπτυξη.
Επιπλέον, στην περίπτωση της χώρας μας και με δεδομένη την έκθεση του ενεργειακού μείγματος στο φυσικό αέριο, έκδηλη είναι η ανησυχία για τις αυξήσεις που θα αποτυπωθούν στους λογαριασμούς ρεύματος. Ως εισαγωγέας ενέργειας, η Ελλάδα είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη, ενώ έχει να αντιμετωπίσει και τις κερδοσκοπικές ανατιμήσεις στις τιμές των καυσίμων από «επιτήδειους» που πάντα βρίσκουν την ευκαιρία να εκμεταλλευτούν τη συγκυρία.
Τα μέτωπα
Οι πιο σοβαροί κίνδυνοι που απειλούν τη χώρα από μια παρατεταμένη πολεμική σύγκρουση
1. Ακρίβεια και πληθωρισμός
Ήδη η βενζίνη εμφανίζει ανοδικές τάσεις, ενώ μια περαιτέρω κλιμάκωση στις διεθνείς αγορές θα μπορούσε να μετατραπεί σε μεγαλύτερη επιβάρυνση στην αντλία. Το πρόβλημα δεν σταματά στην ενέργεια. Τα καύσιμα λειτουργούν ως πολλαπλασιαστής κόστους, ακριβαίνοντας τη διακίνηση προϊόντων και υπηρεσιών και μεταφέροντας πιέσεις σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα. Παράλληλα, το ήδη «βαρύ» καλάθι τροφίμων κινδυνεύει να δεχθεί νέο κύμα ανατιμήσεων. Οι αυξήσεις σε βασικά είδη περιορίζουν τη διαθέσιμη αγοραστική δύναμη, οδηγούν σε καταναλωτική στασιμότητα και θέτουν υπό αμφισβήτηση τις προβλέψεις για την ιδιωτική κατανάλωση το 2026.
Σύμφωνα με τη Eurostat, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα κινείται στο 3%, πριν καταγραφούν οι επιπτώσεις από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Οποιαδήποτε νέα άνοδος στο ενεργειακό κόστος θα μεταφερθεί ταχύτερα και εντονότερα στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών. Σε μια οικονομία στην οποία η κατανάλωση εξακολουθεί να αποτελεί βασικό πυλώνα ανάπτυξης, ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να ασκήσει πίεση τόσο στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών όσο και στη συνολική οικονομική δραστηριότητα. Η μεγάλη ανησυχία είναι να αποκτήσει ο πληθωρισμός μόνιμα χαρακτηριστικά, ιδίως στην περίπτωση που τα Στενά του Ορμούζ παραμείνουν κλειστά τις επόμενες εβδομάδες.
2. Εφοδιαστική αλυσίδα
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή διαταράσσει την εφοδιαστική αλυσίδα, καθώς αυξάνεται το κόστος των πρώτων υλών που προέρχονται από την ευρύτερη περιοχή. Ανεβαίνουν ναύλα, ασφάλιστρα και πρόσθετες χρεώσεις πολεμικού κινδύνου, επηρεάζοντας το εμπόριο και τη βιομηχανία, που μεταφέρουν το αυξημένο κόστος στις τιμές των προϊόντων που διατίθενται προς κατανάλωση. Η αύξηση του κόστους μεταφοράς και των logistics είναι βέβαιο ότι θα επηρεάσει τόσο την ελληνική ναυτιλία όσο και συνολικά την οικονομική δραστηριότητα στη χώρα.
3. Τουρισμός
Με τον τουρισμό να αποτελεί βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας, οποιοιδήποτε κλυδωνισμοί επηρεάζουν τα έσοδα και τη δημοσιονομική εικόνα. Εκτιμάται ότι σε μια παρατεταμένη σύγκρουση μπορεί να υπάρξουν επιβράδυνση και «πάγωμα» των τουριστικών κρατήσεων στην Ελλάδα εξαιτίας της κλιμάκωσης της έντασης στη Μέση Ανατολή, η οποία επηρεάζει άμεσα την ταξιδιωτική ψυχολογία και την αίσθηση ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Αν και η Ελλάδα θεωρείται ασφαλής προορισμός, εάν διαρκέσει η σύγκρουση θα υπάρξουν συνέπειες στα τουριστικά έσοδα της χώρας.
Κερδοσκοπικές ανατιμήσεις
Ως εισαγωγέας ενέργειας, η Ελλάδα είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη, ενώ έχει να αντιμετωπίσει και τις κερδοσκοπικές ανατιμήσεις στις τιμές των καυσίμων από «επιτήδειους» που πάντα βρίσκουν την ευκαιρία να εκμεταλλευτούν τη συγκυρία
4. Ανάπτυξη
Εάν διαρκέσει η πολεμική σύγκρουση, θα υπάρξει επιβράδυνση της ανάπτυξης. Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο αποτυπώνεται στο σενάριο ευαισθησίας του Προϋπολογισμού. Σύμφωνα με αυτό, ξεπερνώντας η τιμή του πετρελαίου τα 100 δολάρια ανά βαρέλι:
- Η ιδιωτική κατανάλωση θα μειωθεί κατά 0,7% σε σχέση με το βασικό σενάριο (που προβλέπει αύξηση 1% το 2026), ενώ οι επενδύσεις θα υποχωρήσουν κατά 0,9%.
- Σε πραγματικούς όρους οι εισαγωγές θα μειωθούν λόγω της πτώσης της εγχώριας ζήτησης, αλλά σε ονομαστικούς όρους θα αυξηθούν κατά περίπου 7,4%, με το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών να επιδεινώνεται κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες.
- Ο πληθωρισμός θα εκτιναχθεί στο 4,7% έναντι 2,2% στο βασικό σενάριο.
- Το πραγματικό ΑΕΠ θα επιβραδυνθεί στο 1,9% έναντι της πρόβλεψης για 2,4%, αν και το ονομαστικό ΑΕΠ θα αυξηθεί λόγω πληθωρισμού, οδηγώντας σε οριακή βελτίωση του δημοσιονομικού ισοζυγίου και σε μείωση του λόγου χρέους κατά 1,4 ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με το βασικό σενάριο.
Οπως επισημαίνουν κυβερνητικές πηγές, η έκταση και η διάρκεια της σύγκρουσης θα καθορίσουν εάν η ελληνική οικονομία θα βρεθεί αντιμέτωπη με έναν νέο κύκλο ισχυρών εξωτερικών κραδασμών.
5. Επενδύσεις και δανεισμός
Η γεωπολιτική αβεβαιότητα επηρεάζει και τις επενδύσεις, καθώς ξένοι επενδυτές ενδέχεται να τηρήσουν στάση αναμονής, ιδιαίτερα σε τομείς όπως η ενέργεια και οι υποδομές. Ενδεχόμενη επιδείνωση του διεθνούς κλίματος μπορεί να αυξήσει το κόστος δανεισμού και να επηρεάσει τις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων. Ο Ελληνας κεντρικός τραπεζίτης, Γιάννης Στουρνάρας, έσπευσε να καλέσει τους ομολόγους του στην ΕΚΤ να κρατήσουν μια ψύχραιμη στάση απέναντι στον πληθωρισμό. Κάλεσε εμμέσως το υπόλοιπο Δ.Σ. της ΕΚΤ να μη βιαστεί να προχωρήσει σε αύξηση των επιτοκίων, επιχειρώντας την επιβράδυνση του υψηλού πληθωρισμού. Ωστόσο, οι αναλυτές σε διεθνές επίπεδο εκτιμούν πως αν ο πόλεμος έχει διάρκεια τότε η ΕΚΤ θα προχωρήσει εντός του 2026 σε αύξηση των επιτοκίων κατά 0,25%.
Τα μέτρα που βρίσκονται στο τραπέζι
Fuel pass, επιδοτήσεις στο ρεύμα και πλαφόν στο κέρδος
Στο σημερινό Eurogroup, οι αρχηγοί των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων σκοπεύουν να δώσουν εντολή στην Κομισιόν να εξετάσει όλα τα στοιχεία διαμόρφωσης τιμών στη χονδρική και στη λιανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ώστε να στηριχθεί η ευρωπαϊκή βιομηχανία που ήδη αντιμετωπίζει σκληρό ανταγωνισμό από την Κίνα και τις ΗΠΑ, όπου η ενέργεια παραμένει φθηνότερη.
Οσον αφορά την Ελλάδα, από το οικονομικό επιτελείο υπογραμμίζουν ότι η κυβέρνηση διαθέτει τα απαραίτητα εργαλεία και, εφόσον απαιτηθεί, θα ενεργοποιηθούν για τη στήριξη των νοικοκυριών αλλά και των επιχειρήσεων. Τα μέτρα που εξετάζονται είναι:
1. Επιστροφή του μέτρου του fuel pass, δηλαδή της επιδότησης καυσίμων στην αντλία που τέθηκε σε εφαρμογή για πρώτη φορά τον Απρίλιο του 2022. Το μέτρο εφαρμόστηκε από την κυβέρνηση ως επιδότηση καυσίμων εξαιτίας της μεγάλης αύξησης στις τιμές της βενζίνης και του πετρελαίου κατά την ενεργειακή κρίση λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, προκειμένου να ενισχυθούν τα νοικοκυριά. Ωστόσο, για να ενεργοποιηθεί εκ νέου η επιδότηση -όπως αναφέρουν οι ίδιοι κύκλοι- θα πρέπει να συντρέχουν δύο προϋποθέσεις: αφενός η τιμή του πετρελαίου να ξεπεράσει το φράγμα των 100 δολαρίων το βαρέλι, αφετέρου να διατηρηθεί σε αυτό το ύψος για διάστημα τουλάχιστον ενός μήνα.
2. Επιδότηση λογαριασμών ρεύματος, εφόσον η πολεμική σύρραξη διαρκέσει αρκετά και επηρεαστούν οι τιμές της χονδρικής αγοράς ρεύματος. Τα τελευταία 24ωρα και μέχρι την περασμένη Πέμπτη η τιμή της χονδρικής αγοράς ρεύματος έχει αυξηθεί πάνω από 160%. Η μέση τιμή χονδρικής τις τέσσερις πρώτες ημέρες του Μαρτίου διαμορφώνεται στα 103,91 ευρώ/MWh, αυξημένη ήδη κατά 32,62% σε σύγκριση με τα 78,35 ευρώ/MWh τον Φεβρουάριο.
3. Επιβολή πλαφόν στο περιθώριο μεικτού κέρδους, το οποίο είχε επιβληθεί για πρώτη φορά κατά την πανδημία του κορωνοϊού για περιορισμένες κατηγορίες προϊόντων και επεκτάθηκε μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία σε πολύ περισσότερα είδη. Το μέτρο ολοκλήρωσε τον κύκλο του τον περασμένο Ιούλιο.
