Σε πλήρη ψηφιακή μορφή περνά στο αμέσως επόμενο διάστημα το Βιβλίο Υποδείξεων του ιατρού εργασίας και του τεχνικού ασφαλείας, καθώς ολοκληρώνεται η υλοποίηση της σχετικής διαδικασίας στο Πληροφοριακό Σύστημα της Επιθεώρησης Εργασίας.
Με τη θέση σε λειτουργία του Ψηφιακού Βιβλίου Υποδείξεων, οι σχετικές διαδικασίες πραγματοποιούνται πλέον ηλεκτρονικά μέσω του Πληροφοριακού Συστήματος της Επιθεώρησης Εργασίας, ενώ οι προφορικές υποδείξεις δεν αποτελούν πλέον μέρος της προβλεπόμενης διαδικασίας.
Παράλληλα, το παραδοσιακό έντυπο βιβλίο υποδείξεων αντικαθίσταται από το ψηφιακό σύστημα, μέσω του οποίου τεχνικοί ασφαλείας, ιατροί εργασίας και εργοδότες διεκπεραιώνουν τις σχετικές ενέργειες.
Η ψηφιοποίηση, η οποία είχε προβλεφθεί στον εργασιακό νόμο 5239/2025, έρχεται να ενισχύσει τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας, παρέχοντας παράλληλα μεγαλύτερη ασφάλεια ως προς την καταγραφή των υποδείξεων και των ενεργειών που πραγματοποιούνται.
Κάθε ενημέρωση καταγράφεται ηλεκτρονικά και συνοδεύεται από χρονοσήμανση, διασφαλίζοντας ότι υπάρχει σαφές και αξιόπιστο αποτύπωμα για το πότε πραγματοποιήθηκε η σχετική καταχώριση. Με τον τρόπο αυτό, ενισχύεται η ιχνηλασιμότητα της διαδικασίας και δημιουργούνται καλύτερες προϋποθέσεις για την παρακολούθηση της εφαρμογής των μέτρων υγείας και ασφάλειας στους χώρους εργασίας.
Καραγκούνης: «Τέλος στο χαρτί, νέα εποχή στην πρόληψη και στην ασφάλεια στην εργασία»
Μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο υφυπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Κώστας Καραγκούνης, δηλώνει ότι η υγεία και η ασφάλεια στην εργασία δεν μπορεί να είναι μια διαδικασία που απλώς καταγράφεται σε ένα βιβλίο και παραμένει σε ένα συρτάρι. Πρέπει να είναι ζωντανή, άμεση και αποτελεσματική διαδικασία πρόληψης.
«Με το Ψηφιακό Βιβλίο Υποδείξεων κάνουμε ακριβώς αυτό: περνάμε από το χαρτί στην ψηφιακή εποχή και δίνουμε στην Επιθεώρηση Εργασίας άμεση εικόνα των υποδείξεων του τεχνικού ασφαλείας και του ιατρού εργασίας.
Κάθε υπόδειξη αποκτά πλέον ψηφιακό και χρονοσημασμένο αποτύπωμα.
Οι Επιθεωρητές Υγείας και Ασφάλειας στην Εργασία έχουν άμεση πρόσβαση στην πληροφορία και μπορούν να γνωρίζουν τι έχει καταγραφεί, πότε καταγράφηκε και ποια ζητήματα έχουν αναδειχθεί μέσα στην επιχείρηση», αναφέρει ο κ. Καραγκούνης.
Σύμφωνα με τον υφυπουργό Εργασίας, «αυτό δεν είναι απλώς ψηφιοποίηση μιας γραφειοκρατικής διαδικασίας. Είναι ενίσχυση της πρόληψης στην πράξη. Είναι περισσότερη διαφάνεια, περισσότερη λογοδοσία και καλύτερη εποπτεία. Είναι ένα σύγχρονο εργαλείο που επιτρέπει στην πολιτεία να παρεμβαίνει με καλύτερη πληροφόρηση και στους εργαζόμενους να έχουν ισχυρότερη προστασία».
«Ο τεχνικός ασφαλείας και ο ιατρός εργασίας είναι πυλώνες του συστήματος πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων.
Με το νέο ψηφιακό περιβάλλον ενισχύουμε τον ρόλο τους και ταυτόχρονα αναβαθμίζουμε τον τρόπο με τον οποίο η Επιθεώρηση Εργασίας ασκεί το έργο της.
Η Ελλάδα αφήνει πίσω της το έντυπο βιβλίο και περνά σε ένα σύγχρονο, ψηφιακό και διαφανές σύστημα, γιατί, στην υγεία και την ασφάλεια στην εργασία, η πρόληψη δεν μπορεί να περιμένει και η πληροφορία δεν μπορεί να μένει στο χαρτί.
Με την υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Νίκη Κεραμέως, το είχαμε νομοθετήσει με τον ν. 5239/2025 και σήμερα το κάνουμε πράξη. Αυτό είναι το σύγχρονο κράτος: λιγότερη γραφειοκρατία, περισσότερη διαφάνεια και, πάνω απ’ όλα, περισσότερη προστασία για τον εργαζόμενο», επισημαίνει ο κ. Καραγκούνης.
Άμεση πρόσβαση των Επιθεωρητών στο περιεχόμενο
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι οι Επιθεωρητές Υγείας και Ασφάλειας στην Εργασία αποκτούν άμεση πρόσβαση στο περιεχόμενο του ψηφιακού βιβλίου.
Η αλλαγή αυτή μετατρέπει το Βιβλίο Υποδείξεων από ένα έγγραφο που βρίσκεται στον χώρο της επιχείρησης και ελέγχεται κατά τη διάρκεια μιας επιθεώρησης, σε ένα ψηφιακό εργαλείο που μπορεί να αξιοποιηθεί άμεσα στο πλαίσιο της εποπτείας.
Οι Επιθεωρητές θα μπορούν να έχουν εικόνα των υποδείξεων που έχουν καταχωριστεί από τον τεχνικό ασφαλείας και τον ιατρό εργασίας, αλλά και του χρόνου κατά τον οποίο αυτές πραγματοποιήθηκαν.
Έτσι, η Επιθεώρηση αποκτά ένα επιπλέον εργαλείο για την καλύτερη κατανόηση της πραγματικής κατάστασης σε έναν χώρο εργασίας και την αποτελεσματικότερη άσκηση του ελεγκτικού και προληπτικού της ρόλου.
Σύμφωνα με τον υφυπουργό Εργασίας, η αξία της συγκεκριμένης δυνατότητας δεν περιορίζεται στην ταχύτερη πρόσβαση σε πληροφορίες. Δημιουργείται ένα πιο ολοκληρωμένο ψηφιακό αποτύπωμα γύρω από την πρόληψη των επαγγελματικών κινδύνων: ποιες παρατηρήσεις και υποδείξεις έγιναν, πότε καταχωρίστηκαν και ποια ζητήματα υγείας και ασφάλειας τέθηκαν υπ’ όψιν του εργοδότη.
Με αυτόν τον τρόπο, η ψηφιοποίηση μπορεί να συμβάλει σε μια περισσότερο έγκαιρη και στοχευμένη εποπτεία, καθώς οι πληροφορίες που μέχρι σήμερα ήταν διαθέσιμες κυρίως μέσα από την επιτόπια εξέταση του έντυπου βιβλίου εντάσσονται πλέον στο πληροφοριακό περιβάλλον της Επιθεώρησης Εργασίας.
Από την καταγραφή στην πρόληψη
Η ουσία της αλλαγής βρίσκεται ακριβώς εδώ: το ψηφιακό βιβλίο δεν αποτελεί απλώς μια αντικατάσταση του χαρτιού με μια ηλεκτρονική εφαρμογή.
Η ηλεκτρονική καταγραφή και η άμεση διαθεσιμότητα των στοιχείων μπορούν να ενισχύσουν την πρόληψη, καθώς επιτρέπουν στις αρμόδιες υπηρεσίες να έχουν πληρέστερη εικόνα για τα ζητήματα που εντοπίζονται στους χώρους εργασίας.
Ο τεχνικός ασφαλείας και ο ιατρός εργασίας αποτελούν τους βασικούς πυλώνες του συστήματος πρόληψης σε επίπεδο επιχείρησης. Οι υποδείξεις τους αποτυπώνουν ζητήματα που αφορούν την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων και, ως εκ τούτου, η συστηματική και αξιόπιστη καταγραφή τους έχει ιδιαίτερη σημασία.
Με την ψηφιοποίηση, η πληροφορία αυτή δεν παραμένει αποκλειστικά στο εσωτερικό της επιχείρησης. Καταχωρίζεται στο Πληροφοριακό Σύστημα της Επιθεώρησης Εργασίας και μπορεί να αποτελέσει μέρος της συνολικής εικόνας που έχουν οι αρμόδιες ελεγκτικές υπηρεσίες.
Διαφάνεια και χρονοσήμανση
Ένα ακόμη σημαντικό πλεονέκτημα είναι η δημιουργία σαφούς χρονοσημασμένου ηλεκτρονικού αποτυπώματος.
Η καταχώριση μιας υπόδειξης στο ψηφιακό σύστημα επιτρέπει να είναι απολύτως προσδιορισμένο το πότε αυτή υποβλήθηκε. Με τον τρόπο αυτό, ενισχύεται η διαφάνεια της διαδικασίας και περιορίζεται η αβεβαιότητα που μπορεί να δημιουργεί μια εκ των υστέρων αναφορά ή η απουσία έγγραφης τεκμηρίωσης.
