Οι ανισότητες μεταξύ των συνταξιούχων του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα αναδεικνύονται εκ νέου μέσα από την τελευταία έκθεση του συστήματος “Ήλιος”. Με βάση τις νέες συντάξεις που καταβλήθηκαν τον Μάρτιο, διαπιστώνεται ότι η απόσταση στα ποσά των παροχών παραμένει σημαντική, χωρίς τάσεις σύγκλισης.
Παρά τη σταδιακή άνοδο του γενικού επιπέδου των συντάξεων λόγω των ετήσιων αναπροσαρμογών, οι νέες συνταξιοδοτικές αποφάσεις αναδεικνύουν μια έντονη “ψαλίδα”. Η γενική βελτίωση των μεγεθών δεν φαίνεται να γεφυρώνει τις σημαντικές αποκλίσεις που παρατηρούνται στις πρόσφατες πληρωμές.
Από την ανάλυση των στοιχείων προκύπτει ότι η πλειοψηφία των κύριων συντάξεων (σχεδόν 6 στις 10) βρίσκεται στο εύρος 500-1.000 ευρώ. Επίσης, σημαντικό ποσοστό στις κύριες συντάξεις γήρατος (περίπου 42,64%) ξεπερνά τα 1.000 ευρώ. Η δε γενική μέση σύνταξη γήρατος για όλα ταμεία και για το σύνολο των συνταξιούχων διαμορφώθηκε τον Μάρτιο στα 975,77 ευρώ από 948,44 ευρώ που ήταν τον Μάρτιο του 2026, παρουσιάζοντας αύξηση της τάξης του 2,9%.
Κατηγορίες
Στις επιμέρους κατηγορίες, όμως, και δη στις νέες συντάξεις, οι διαφορές είναι μεγάλες. Σύμφωνα με τους πίνακες της έκθεσης «Ηλιος» για τον Μάρτιο του 2026, οι νέες συντάξεις λόγω γήρατος από το Δημόσιο διαμορφώθηκαν κατά μέσο όρο στα 1.420 ευρώ μικτά, ενώ οι νέες συντάξεις γήρατος που εκδόθηκαν σε νέους συνταξιούχους από τα υπόλοιπα ταμεία του ΕΦΚΑ (ΙΚΑ, ΟΑΕΕ, ΕΤΑΑ κ.λπ.) διαμορφώθηκαν κατά μέσο όρο στα 930 ευρώ μικτά.
Οι νέες συντάξεις γήρατος του Δημοσίου είναι κατά 490 ευρώ ή 52,6% υψηλότερες από αυτές του ιδιωτικού τομέα και η απόσταση αντί να μικραίνει μεγαλώνει.
Οι λόγοι που οδηγούν τους νέους συνταξιούχους του Δημοσίου σε υψηλότερες συντάξεις σε σχέση με τους νέους συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα είναι οι εξής:
1 Οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν σταθερές αποδοχές και καθορισμένες αυξήσεις κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου, οπότε ο συντάξιμος μισθός τους βάσει του οποίου θα υπολογιστεί η σύνταξη είναι βελτιωμένος και ενσωματώνει τις μισθολογικές αυξήσεις των υπαλλήλων. Στον ιδιωτικό τομέα οι αυξήσεις δεν είναι οριζόντιες και δεν ακολουθούν την ίδια σταθερότητα με το Δημόσιο.
2 Οι αποδοχές στο Δημόσιο υπόκεινται σε αυτόματη αύξηση ανά δύο χρόνια που οι υπάλληλοι αλλάζουν μισθολογικό κλιμάκιο, που σημαίνει ότι ακόμη και χωρίς την εισοδηματική αύξηση, ο μισθός ανά διετία αυξάνεται λόγω αλλαγής μισθολογικού κλιμακίου. Στον ιδιωτικό τομέα ο μισθός μπορεί να αλλάξει βάσει προϋπηρεσίας, μόνο εφόσον ο υπάλληλος έχει σύμβαση που το προβλέπει, αλλιώς η προσαύξηση λόγω προϋπηρεσίας χάνεται.
3 Οι συνταξιούχοι του ιδιωτικού τομέα έχουν κατά κανόνα λιγότερα χρόνια ασφάλισης από τους συνταξιούχους του Δημοσίου, με αποτέλεσμα να υπολογίζονται οι συντάξεις τους με μικρότερα ποσοστά αναπλήρωσης και τα ποσά να είναι μικρότερα έναντι των συντάξεων του Δημοσίου. Στο Δημόσιο, για παράδειγμα, οι υπάλληλοι εξαντλούν τη 40ετία και παίρνουν ποσοστό αναπλήρωσης 50,01%, ενώ στον ιδιωτικό τομέα η έξοδος γίνεται κατά μέσο όρο με λιγότερα από 40 έτη ασφάλισης και με χαμηλότερα ποσοστά αναπλήρωσης.
4 Στις συντάξεις του ιδιωτικού τομέα περιλαμβάνονται και πολλοί συνταξιούχοι που έχουν οφειλές στον ΕΦΚΑ (κυρίως οι προερχόμενοι από τον ΟΑΕΕ), τις οποίες εξοφλούν με παρακράτηση σύνταξης, ενώ οι ασφαλισμένοι του Δημοσίου δεν έχουν οφειλές που να συμψηφίζονται με τη σύνταξη, πλην των εξαγορών πλασματικών ετών. Οι περιπτώσεις αυτές κατεβάζουν και τον μέσο όρο των συντάξεων για το σύνολο των συνταξιούχων του ιδιωτικού τομέα.
5 Στο Δημόσιο η πλειονότητα των ασφαλισμένων συνταξιοδοτείται με καθεστώς πλήρους σύνταξης και όχι με μειωμένη, εν αντιθέσει με τους ασφαλισμένους σε ταμεία του ιδιωτικού τομέα οι οποίοι σε μεγάλο ποσοστό βγαίνουν με μειωμένη επειδή δεν συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για να πάρουν πλήρη σύνταξη.
Στις συντάξεις θανάτου τα ποσά είναι 681 ευρώ για τις νέες απονομές σε δικαιούχους από ταμεία του ιδιωτικού τομέα και 548 ευρώ στις νέες απονομές για δικαιούχους του Δημοσίου. Στις συντάξεις αναπηρίας το Δημόσιο υπερβαίνει κατά 100% τα αντίστοιχα ποσά των ταμείων του ιδιωτικού τομέα. Στις νέες αποφάσεις που πληρώθηκαν τον Μάρτιο η μέση αναπηρική σύνταξη σε συνταξιούχους του Δημοσίου ανήλθε στα 1.136 ευρώ ενώ σε δικαιούχους από ταμεία του Ιδιωτικού τομέα (ΙΚΑ, ΟΑΕΕ, ΕΤΑΑ, ΝΑΤ κ.λπ.) η μέση αναπηρική σύνταξη διαμορφώθηκε στα 588 ευρώ. Η μεγάλη διαφορά υπέρ του Δημοσίου οφείλεται στο γεγονός ότι οι συνταξιούχοι που προέρχονται από το Δημόσιο με σύνταξη αναπηρίας έχουν διανύσει μεγάλο διάστημα ως ασφαλισμένοι σε αντίθεση με ασφαλισμένους του ιδιωτικού τομέα όπου οι συντάξεις αναπηρίας καταβάλλονται αφού έχει προηγηθεί μικρότερο διάστημα ασφάλισης.
Εντός του Μαρτίου 2026 εκκαθαρίστηκαν και πληρώθηκαν 26.293 νέες οριστικές συντάξεις έναντι 21.391 που είχαν εκκαθαριστεί τον Μάρτιο του 2025.
Χαμηλότερος και ο ρυθμός αύξησης
Οι συντάξεις του ιδιωτικού τομέα δεν είναι μόνο μικρότερες από τις συντάξεις του Δημοσίου, αλλά ακόμη και ο ρυθμός αύξησής τους υπολείπεται της αύξησης των συντάξεων του Δημοσίου.
Τον Μάρτιο του 2026 η μέση κύρια σύνταξη γήρατος που πληρώθηκαν οι νέοι συνταξιούχοι που προέρχονται από ταμεία του ιδιωτικού τομέα διαμορφώθηκε στα 930 ευρώ μικτά από 918 ευρώ που ήταν ένα χρόνο πριν, δηλαδή στις πληρωμές των νέων συντάξεων τον Μάρτιο του 2025.
Μεταξύ Μαρτίου 2025 και Μαρτίου 2026 δηλαδή, η μέση σύνταξη γήρατος για τις νέες απονομές από τα ταμεία του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκε μόλις 12 ευρώ ή κατά 1,2%.
Στις νέες συντάξεις του Δημοσίου η μέση κύρια σύνταξη γήρατος που πληρώθηκαν οι νέοι συνταξιούχοι τον Μάρτιο του 2026 ανήλθε στα 1.420 ευρώ μικτά, ενώ τον Μάρτιο του 2025 είχε διαμορφωθεί στα 1.378 ευρώ. Η αύξηση δηλαδή μεταξύ Μαρτίου 2025 και Μαρτίου 2026 στη μέση σύνταξη γήρατος του Δημοσίου είναι 42 ευρώ ή κατά 3%.
Μικρότερη η «ψαλίδα» στους παλαιούς συνταξιούχους
Στον γενικό μέσο όρο των συντάξεων η μέση σύνταξη γήρατος στο Δημόσιο διαμορφώνεται με βάση τις πληρωμές Μαρτίου στα 1.262 ευρώ, ενώ η μέση σύνταξη γήρατος για τους συνταξιούχους από ταμεία του ιδιωτικού τομέα είναι 907 ευρώ. Ο λόγος που η διαφορά είναι μικρότερη στο σύνολο των συντάξεων γήρατος μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα είναι επειδή υπάρχουν περισσότεροι παλαιοί συνταξιούχοι οι οποίοι συνταξιοδοτήθηκαν με διατάξεις πριν από τον νόμο Κατρούγκαλου και οι συντάξεις τους υπολογίστηκαν με βάση τον μέσο μισθό της τελευταίας 5ετίας. Στους νέους για τον υπολογισμό των συντάξεων λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των μισθών για πολύ μεγαλύτερο διάστημα, που ξεκινά από το 2002 και μετά, με αποτέλεσμα να ευνοούνται όσοι έχουν σταθερά αυξανόμενο μισθό, όπως οι δημόσιοι υπάλληλοι, και να υστερούν στο ποσό της σύνταξης όσοι έχουν μεταβαλλόμενες αποδοχές χωρίς σταθερές αυξήσεις, όπως οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα. Στην ίδια κατηγορία με χαμηλές νέες συντάξεις ανήκουν και οι ελεύθεροι επαγγελματίες που επιλέγουν να πληρώνουν τη χαμηλότερη εισφορά.
