share

FT: Οι λέξεις που κρίνουν το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών

δημοσιεύτηκε:

Στα γερμανικά μπορείς να δημιουργείς νέες λέξεις επ’ άπειρον, συνήθως ενώνοντας λέξεις που ήδη υπάρχουν. Ένας τρόπος για να κατανοήσει κανείς τις εκλογές της 24ης Σεπτεμβρίου στη Γερμανία είναι, επομένως, να ρίξει μια ματιά στο τρέχον πολιτικό λεξιλόγιο της χώρας, από το «Genderwahn» μέχρι το «merkeln».

Autoland (κατά κυριολεξία, χώρα του αυτοκινήτου): το θετικό είναι πως η βιομηχανία αυτοκινήτου της Γερμανίας κινεί την οικονομία. Το αρνητικό είναι ότι το Autolobby, το λόμπι του τομέα, συχνά κινεί και την πολιτική, κάτι σαν την Wall Street στις ΗΠΑ ή το Σίτυ στη Βρετανία.

Το γερμανικό Autokartell (καρτέλ στην αυτοκινητοβιομηχανία) έχει τη δική της παράδοση από στελέχη που περνούν από την αυτοκινητοβιομηχανία στην πολιτική και το αντίθετο. Πιο προφανές παράδειγμα, ο Matthias Wissmann, πρόεδρος στην εμπορική ένωση της βιομηχανίας, είναι πρώην Χριστιανοδημοκράτης υπουργός Μεταφορών.

Ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ (γνωστός και ως Ζίγκι Ποπ) ήταν κυβερνητικός εκπρόσωπος στο εποπτικό συμβούλιο της Volkswagen και αργότερα εργάστηκε για μια εταιρία επικοινωνιών που λειτουργούσε ως σύμβουλος στην αυτοκινητοβιομηχανία.

Καλομαθημένες από την κυβέρνηση, οι αυτοκινητοβιομηχανίες αισθάνθηκαν ότι μπορούσαν να λένε ψέματα για χρόνια για τις εκπομπές ρύπων, μέχρι που το Dieselgate (ή der Abgasskandal) ξέσπασε το 2015. Το Autolobby επιπλέον περιορίζει και το πολυδιαφημισμένο γερμανικό Energiewende, τη μεταστροφή από τα ορυκτά καύσιμα. Η Γερμανία θα μειώσει τις εκπομπές ρύπων μόνο στο βαθμό που αυτό δεν θα ενοχλήσει τις αυτοκινητοβιομηχανίες, το μικρό αλλά ισχυρό Braunkohle-Lobby (το λόμπι του άνθρακα) ή ακόμα και τους οικολόγους Fundis (φονταμενταλιστές) που επιμένουν η χώρα να αποσύρει τους πυρηνικούς της αντιδραστήρες.

Gutmensch (καλός άνθρωπος): η λέξη αυτή συνήθως χρησιμοποιείται υποτιμητικά, για να περιγράψει υποτίθεται αφελείς αριστερούς Γερμανούς, που μισούν τον εαυτό τους και «αγκαλιάζουν» τους μουσουλμάνους. Οι Bahnhofsklatscher (κατά κυριολεξία, αυτοί που χειροκροτούν στο σταθμό) είναι οι Gutmenschen που στέκονταν στους σταθμούς του τρένου το Σεπτέμβριο του 2015 και χειροκροτούσαν τους πρόσφυγες που έφταναν. Οι ίδιοι οι Bahnhofsklatscher, νόμιζαν ότι εξέφραζαν μια νέα γερμανική Willkommenskultur (κουλτούρα υποδοχής).

Η αντίπαλη φυλή στους Gutmenschen είναι οι Wutbürger (εξαγριωμένοι πολίτες). Οι Gutmenschen και οι Wutbürger είναι πάνω κάτω το αντίστοιχο των Γερμανών για τους «Μπλε» και τους «Κόκκινους» Αμερικανούς, αλλά με μικρότερο κίνδυνο να γίνει εμφύλιος. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία Wutbürger είναι πολλές φορές γνωστοί ως Hassrentner (συνταξιούχοι που μισούν), ενώ οι Wutbürger προτιμούν να αποκαλούν τον εαυτό τους Besorgte Bürger (ανήσυχος πολίτης). Κατσαδιάζουν τους Gutmenschen για το Hypermoral τους (υπερηθική) και το Genderwahn (αυταπάτες στα θέματα φύλου).

Το Lügenpresse (ο Τύπος που ψεύδεται) είναι μία από τις αρκετές λέξεις που προτιμούν οι Ναζί και τώρα αναβίωσαν οι Wutbürger. Μια άλλη είναι το Volksverräter (προδότης του λαού), που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για οποιονδήποτε mainstream πολιτικό. Η Frauke Petry, ηγέτιδα του ακροδεξιού AfD, είχε μπλεξίματα επειδή προσπάθησε να αναβιώσει το völkisch, ένα επίθετο που ιστορικά κάνει νύξεις σε έναν γερμανικό λαό καθορισμένο από τη φυλή, δηλαδή στο Volk.

Mutti (μαμάκα), το παρατσούκλι της νυν και μελλοντικής καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ. Έπειτα από 12 χρόνια ως καγκελάριος, η Μέρκελ θεωρείται από πολλούς Γερμανούς σχεδόν σαν μέλος της οικογένειάς τους. Τα τικ της είναι ακαριαία αναγνωρίσιμα. Το Raute (διαμάντι) είναι το σχήμα που κάνει με τα χέρια της όταν ποζάρει για φωτογραφίες (σύμφωνα με συνωμοσιολόγους που επικαλέστηκε το βρετανικό ταμπλόιντ Daily Express, η «μυστική χειρονομία» προδίδει τη συμμετοχή της στην κρυφή ομάδα των Illuminati).

Μεταπολεμικά οι Γερμανοί προτιμούν οι καγκελάριοί τους να είναι οικείοι, Χριστιανοδημοκράτες και βαρετοί: Ο Κόνραντ Άντεναουερ υπηρέτησε για 14 χρόνια και ο Χέλμουτ Κολ για 16.

Η Μέρκελ μέχρι που έχει και το δικό της ρήμα, το merkeln, που σημαίνει να μην παίρνεις αποφάσεις και να αναβάλεις τις δουλειές για αργότερα, δηλαδή η γενική στρατηγική της στη διάρκεια της κρίσης στην ευρωζώνη (συχνή χρήση: Όταν προσκλήθηκε στα γενέθλια της πεθεράς του, εκείνος merkelte).

Το merkeln δεν απορρέει απαραίτητα από δειλία ή αναποφασιστικότητα. Περισσότερο, η Μέρκελ πιστεύει πως αν δεν προσπαθήσεις αμέσως να λύσεις ένα πρόβλημα, το πρόβλημα συχνά αλλάζει ή εξαφανίζεται. Το merkeln περιλαμβάνει να αγνοείς τα media, που απαιτούν λύση αυτή την εβδομάδα, όταν οι κυβερνήσεις είναι αναγκασμένες να σκέφτονται 20 χρόνια μπροστά.

Όταν η Μέρκελ πράγματι πάρει μια απόφαση, συνήθως την αποκαλεί alternativlos, δηλαδή χωρίς εναλλακτική. Το alternativlos είναι λιγότερο εριστικό από το αγαπημένο ακρώνυμο της Μάργκαρετ Θάτσερ, Tina (There is no alternative – Δεν υπάρχει εναλλακτική). Η Μέρκελ παρουσιάζει το alternativlos περισσότερο λες και έφτασε ψύχραιμα στην μοναδική εύλογη λύση.

Putinversteher (εκείνοι που κατανοούν τον Πούτιν): η λέξη χρησιμοποιείται σαρδόνια για να περιγράψει τις φιγούρες του γερμανικού κατεστημένου που τριγυρνούν εξηγώντας πως ο Ρώσος πρόεδρος είναι παρεξηγημένος στη Γερμανία, ένας απαραίτητος εταίρος κ.λπ. Ο ανώτερος Putinversteher της Γερμανίας είναι ο πρώην καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ, ο οποίος τώρα ετοιμάζεται να μπει στο συμβούλιο της κρατικής ρωσικής πετρελαϊκής Rosneft.

Το Schwarze Null (κατά κυριολεξία, μαύρο μηδέν) αναφέρεται στην πολιτική της γερμανικής κυβέρνησης να στοχεύει σε προϋπολογισμό που είτε είναι ισοσκελισμένος (μηδέν) ή στο μαύρο. Έπειτα από ελλείμματα 44 ετών, το κράτος έχει πετύχει τρία Schwarze Null στη σειρά από το 2014. Αυτό είναι πηγή περηφάνιας στη Γερμανία και δυσαρέσκειας για τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, που θέλουν η Γερμανία να είναι η κινητήριος δύναμη για τα οικονομικά τους. Η περιφρόνηση της Γερμανίας προς τους ξένους οφειλέτες συνοψίζεται στη φράση από εφημερίδα, Pleite-Griechen (κατά κυριολεξία, απένταροι Έλληνες). Να θυμάστε πάντα ότι η γερμανική λέξη Schuld σημαίνει ταυτόχρονα χρέος και ενοχή.

Umvolkung (κατά προσέγγιση, βίαιη αλλαγή στην εθνοτική σύνθεση του πληθυσμού): η λέξη περιγράφει τους φόβους των Wutbürger, ότι η Μέρκελ αντικαθιστά το Volk τους με μουσουλμάνους και άλλους Passdeutsche (Γερμανοί χάρη στο διαβατήριο). Μια σχετική λέξη είναι το Volkstod, δηλαδή θάνατος του λαού.

Πηγή: Financial Times, Euro2day.gr


share
Σχόλια Αναγνωστών
Ροή
Οικονομία
Επιχειρήσεις
Επικαιρότητα

Ενημερωθείτε πρώτοι με τον τρόπο που θέλετε.