Πέντε βασικά βήματα που πρέπει να ακολουθήσουν οι πολίτες για να ενισχύσουν την προστασία τους στο διαδίκτυο από τις AI κυβερνοεπιθέσεις αναφέρει το Reuters.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το πρακτορείο ειδήσεων:
1.Οι πολίτες θα πρέπει να ελέγξουν την ταυτότητα πολλαπλών παραγόντων (MFA)
Αυτό είναι αναγκαίο να γίνει από τους πολίτες, διότι κατά αυτόν τον τρόπο προστατεύουν περαιτέρω τους λογαριασμούς τους στο διαδίκτυο. Αυτό απαιτεί από τους χρήστες να γίνει επαλήθευση της ταυτότητας με δύο ή περισσότερους τρόπους.
Ενδεικτικά αναφέρεται πως, από τον χρήστη θα του ζητηθεί κωδικός πρόσβασης αλλά ενδέχεται είτε να του αποσταλεί κωδικός στο κινητό τηλέφωνο του είτε ένα ειδικό κλειδί ασφαλείας
Η επικεφαλής ερευνήτρια ασφαλείας στην εταιρεία κυβερνοασφάλειας Censys, Έμιλι Όστιν συνιστά τη χρήση μοναδικών κωδικών πρόσβασης για κάθε ιστοσελίδα, καθώς και την τακτική παρακολούθηση των συναλλαγών.
Ωστόσο, σύμφωνα με το Reuters, όταν το πρόβλημα εντοπίζεται στο ίδιο το λογισμικό μιας υπηρεσίας, τότε οι δυνατότητες παρέμβασης του τελικού χρήστη είναι περιορισμένες. Στην περίπτωση των ευπαθειών της PHP, η προστασία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το αν οι υπηρεσίες που χρησιμοποιεί ο χρήστης εφαρμόζουν εγκαίρως τις απαραίτητες διορθώσεις ασφαλείας.
2.Οι πολίτες θα πρέπει να ενεργοποιήσουν τις αυτόματες ενημερώσεις στις συσκευές τους
Οι ενημερώσεις λογισμικού δεν αφορούν μόνο τις νέες λειτουργίες μιας συσκευής, αλλά και την αντιμετώπιση κενών ασφαλείας που μπορούν να εκμεταλλευτούν οι επιτιθέμενοι.
Ο Νταν Γκίντο, διευθύνων σύμβουλος και συνιδρυτής της εταιρείας κυβερνοασφάλειας Trail of Bits, συνιστά στους χρήστες να ενεργοποιήσουν τις αυτόματες ενημερώσεις στο κινητό τηλέφωνο, στον υπολογιστή και στον οικιακό δρομολογητή (ρούτερ).
Παράλληλα, η Ρούνα Σάντβικ, ιδρύτρια της Granitt και ειδικός στην ψηφιακή ασφάλεια, τονίζει ότι θα πρέπει να ενημερώνονται τακτικά και οι εφαρμογές, αλλά και οι συσκευές που είναι συνδεδεμένες στο διαδίκτυο μέσα στο σπίτι.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στη χρήση συσκευών του λεγόμενου Διαδικτύου των Πραγμάτων (IoT), όπως στις έξυπνες κάμερες, στους οικιακούς αυτοματισμούς και σε άλλος συνδεδεμένος εξοπλισμός. Αυτές ενδέχεται να λαμβάνουν σπάνια ενημερώσεις ή να μην υποστηρίζονται πλέον από τον κατασκευαστή τους.
3. Οι διορθώσεις ασφαλείας θα πρέπει να εγκαθίστανται άμεσα
Οι ευπάθειες του συστήματος δεν εντοπίζονται πάντα με την ίδια ταχύτητα που γίνεται η αποκατάστασής τους. Αυτό δημιουργεί ένα χρονικό περιθώριο κατά το οποίο οι επιτιθέμενοι μπορούν να εκμεταλλευτούν γνωστά κενά ασφαλείας.
Ο δρ Ντάνιελ Γκάρνταμ, λέκτορας στο Κέντρο Κυβερνοασφάλειας του Σάρεϊ και στο Πανεπιστήμιο του Σάρεϊ, υπογραμμίζει ότι οι οργανισμοί θα πρέπει να γνωρίζουν ποιο λογισμικό χρησιμοποιούν, θα πρέπει να κάνουν άμεσα τις απαιτούμενες διορθώσεις και να ελέγχουν αν έχουν ήδη παραβιαστεί τα συστήματά τους.
Η τεχνητή νοημοσύνη επιταχύνει τη διαδικασία στο να εντοπίζονται οι ευπάθειες. Ωστόσο είναι πολύ πιο δύσκολη η διαδικασία στο να γίνουν οι διορθώσεις αυτές σε μια σειρά από συστήματα που εξαρτώνται από το ίδιο λογισμικό.
Ακόμη, ο Γκίντο επισημαίνει ότι ακόμη και αν ένας χρήστης ακολουθεί όλα τα μέτρα προστασίας, τα δεδομένα του μπορεί να εκτεθούν λόγω μιας ευπάθειας που υπάρχει σε μια υπηρεσία που χρησιμοποιεί.
Ενδεικτικά αναφέρεται πως μια ιστοσελίδα ενός νοσοκομείου, την οποία ο επισκέπτης δεν μπορεί να ενημερώσει ή να επιδιορθώσει ο ίδιος. Για τον λόγο αυτό, οι εταιρείες και οι οργανισμοί θα πρέπει να κάνουν γρήγορα τις διορθώσεις που απαιτούνται και να περιορίζουν τις συνέπειες μιας πιθανής παραβίασης.
4. Οι πολίτες θα πρέπει να προσεκτικοί στα μηνύματα που τους αποστέλλονται σύμφωνα με τα οποία υποχρεούνται να προστατεύσουν επειγόντως τον λογαριασμό τους.
Όταν γνωστοποιείται μια μεγάλη απειλή κυβερνοασφάλειας, τότε οι απατεώνες συχνά επιχειρούν να εκμεταλλευτούν την ανησυχία των χρηστών και τους στέλνουν παραπλανητικά μηνύματα, τα οποία αναφέρουν πως θα πρεπει να ενεργήσουν άμεσα.
Ο Νικ Άνταμς, συνιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας κυβερνοασφάλειας 0rcus, προειδοποιεί τους χρήστες να είναι επιφυλακτικοί ως προς τους συνδέσμους που τους εμφανίζονται ξαφνικά και σε μηνύματα που δημιουργούν αίσθημα επείγοντος.
Μηνύματα που στέλνονται στον παραλήπτη αναφέρουν τα εξής: είτε να «ασφαλίσει τον λογαριασμό του» είτε να επιβεβαιώσει άμεσα τα στοιχεία του μπορεί να αποτελούν απόπειρες ηλεκτρονικού ψαρέματος (phishing).
Η ασφαλέστερη πρακτική είναι να ελέγχει ο πολίτης τις σχετικές οδηγίες απευθείας από την εφαρμογή της εταιρείας ή πληκτρολογώντας μόνος του την επίσημη διεύθυνση της ιστοσελίδας στον φυλλομετρητή, αντί να πατά σε συνδέσμους που συμπεριλαμβάνονται σε απρόσκλητα μηνύματα.
5. Οι τραπεζικοί λογαριασμοί έχουν ισχυρές δικλίδες ασφαλείας, αλλά απαιτείται προσοχή στις ηλεκτρονικές αγορές
Οι τράπεζες προετοιμάζονται εδώ και καιρό για τις νέες προκλήσεις που δημιουργούν τα προηγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνηςκαι ενισχύουν τις άμυνές τους απέναντι στην απάτη και στις κυβερνοεπιθέσεις.
Τι λένε οι ειδικοί
Ο Πολ Μπέντα, εκτελεστικός αντιπρόεδρος για θέματα κινδύνου, απάτης και κυβερνοασφάλειας στην Αμερικανική Ένωση Τραπεζών, αναφέρει ότι οι τράπεζες έχουν καταβάλει σημαντικές προσπάθειες για να περιορίσουν τις εύκολες ευκαιρίες εκμετάλλευσης από κακόβουλους παράγοντες.
Ωστόσο, προειδοποιεί ότι οι απειλές έχουν εισέλθει σε μια νέα φάση και οι καταναλωτές θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί όταν πραγματοποιούν αγορές από άγνωστα ηλεκτρονικά καταστήματα ή ιστοσελίδες με αμφίβολα μέτρα ασφαλείας.
Η βασική σύσταση στους πολίτες είναι να μην επαναχρησιμοποιούν τους ίδιους κωδικούς πρόσβασης σε διαφορετικά ηλεκτρονικά καταστήματα. Εάν ένας κωδικός υποκλαπεί από μία υπηρεσία, τότε η χρήση του αλλού μπορεί να επιτρέψει την πρόσβαση σε περισσότερους λογαριασμούς.
Οι χρήστες μπορούν επίσης να εξετάσουν τη χρήση των passkeys, δηλαδή ψηφιακών διαπιστευτηρίων που συνδέονται με συγκεκριμένες υπηρεσίες και που επιτρέπουν τη σύνδεση χωρίς την πληκτρολόγηση ενός συμβατικού κωδικού πρόσβασης. Η τεχνολογία αυτή προσφέρει αυξημένη προστασία απέναντι στο phishing, καθώς δεν βασίζεται στην εισαγωγή ενός κωδικού σε μια ενδεχομένως παραπλανητική ιστοσελίδα.
Το βασικό μήνυμα των ειδικών είναι ότι η ατομική προστασία παραμένει σημαντική, αλλά δεν αρκεί από μόνη της. Η ασφάλεια στο διαδίκτυο εξαρτάται τόσο από τις συνήθειες των χρηστών όσο και από την ταχύτητα με την οποία οι εταιρείες εντοπίζουν και διορθώνουν τις ευπάθειες στα συστήματά τους.
Το πρόσφατο παράδειγμα
Πάντως πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η ανακάλυψη ευπαθειών στη γλώσσα προγραμματισμού PHP, η οποία χρησιμοποιείται σε περίπου το 70% των ιστοσελίδων παγκοσμίως. Οι αδυναμίες αυτές προκάλεσαν κινητοποίηση επιχειρήσεων και κυβερνητικών υπηρεσιών για την εγκατάσταση διορθώσεων ασφαλείας, ενώ η αμερικανική Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας (NSA) προειδοποίησε ότι θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για την απόκτηση ελέγχου σε διακομιστές ιστού, την υποκλοπή δεδομένων και τη διακοπή υπηρεσιών.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η κύρια ευθύνη για την αντιμετώπιση τέτοιων ευπαθειών ανήκει στις εταιρείες που αναπτύσσουν λογισμικό και στους οργανισμούς που διαχειρίζονται ψηφιακές υπηρεσίες. Ωστόσο, οι χρήστες μπορούν να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα για να περιορίσουν τους κινδύνους.
