Έντονη είναι η αντίδραση του τουριστικού κλάδου απέναντι στις κυβερνητικές εξαγγελίες για νέα αύξηση του τέλους διαμονής παρεπιδημούντων από το 0,75% στο 1%. Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων (ΠΟΞ) και ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) σημειώνουν σε ανακοινώσεις τους ότι ο τομέας της φιλοξενίας μετατρέπεται σε «μόνιμο υποζύγιο» κάλυψης των αναγκών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, την ώρα που το συνολικό φορολογικό βάρος εκτοξεύεται και η διεθνής ανταγωνιστικότητα του ελληνικού προϊόντος υποχωρεί.
Στην επιστολή της προς τον Πρωθυπουργό, την οποία υπογράφουν ο πρόεδρος Γ. Χατζής και ο γενικός γραμματέας Αντ. Παγώνης, η ΠΟΞ εκφράζει την έντονη απογοήτευσή της για το γεγονός ότι οι αποφάσεις δρομολογούνται ερήμην των φορέων του κλάδου:
«Με έκπληξη πληροφορηθήκαμε από σχετικά δημοσιεύματα ότι, στο πλαίσιο των μέτρων στήριξης των δήμων που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο της ΚΕΔΕ, περιλαμβάνεται η (νέα) αύξηση του τέλους διαμονής παρεπιδημούντων από 0,75% σε 1%. Ο ξενοδοχειακός κλάδος διαπιστώνει με προβληματισμό ότι μια ακόμα επιβάρυνση, την οποία πρόκειται να καλύψει ως επί το πλείστον ο ίδιος, φαίνεται να δρομολογείται χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστικός διάλογος με τους θεσμικούς εκπροσώπους του».
Παράλληλα, η Ομοσπονδία υπενθυμίζει την ιστορική διαδρομή του μέτρου, στηλιτεύοντας την πλήρη αποσύνδεσή του από τον αρχικό του σκοπό μετά τις τελευταίες νομοθετικές παρεμβάσεις: «Το τέλος διαμονής παρεπιδημούντων νομοθετήθηκε το έτος 1973 για να καλύψει δαπάνες καθαριότητος και φωτισμού ή ανάγκη εκτελέσεως έργων που τυχόν προκαλούνταν σε δήμους εξαιτίας της τουριστικής κίνησης […] Από το 2024, ωστόσο, ακολουθήθηκε διαφορετική κατεύθυνση… Η νέα αύξηση στο 1% σημαίνει πρόσθετη επιβάρυνση κατά 33% σε σχέση με τον σημερινό ανώτατο συντελεστή και διπλασιασμό του τέλους μέσα σε δύο μόλις χρόνια. Η εμπειρία της προηγούμενης αύξησης δείχνει ότι η “δυνατότητα” των δήμων μετατρέπεται στην πράξη σε κανόνα. Και η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι ουδείς γνωρίζει πού κατευθύνονται τα χρήματα αυτά και ποια έργα υπέρ των προορισμών χρηματοδοτήθηκαν».
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο ΣΕΤΕ, ξεκαθαρίζοντας ότι η στήριξη της Αυτοδιοίκησης δεν μπορεί να βασίζεται στην εξάντληση των τουριστικών επιχειρήσεων:
«Η αναγκαία χρηματοδότηση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν μπορεί, ωστόσο, να στηρίζεται στη διαρκή αύξηση των επιβαρύνσεων ενός συγκεκριμένου παραγωγικού τομέα και συγκεκριμένα των καταλυμάτων που διαχρονικά συμβάλουν στην ενίσχυση των δημοσίων εσόδων, μέσω αυξημένων τελών και φορολογικών επιβαρύνσεων […] Η αποτελεσματική αξιοποίηση των ήδη διαθέσιμων πόρων οφείλει να προηγείται οποιασδήποτε εξαγγελίας ή απόφασης για πρόσθετες επιβαρύνσεις».
Οι δύο φορείς παραθέτουν οικονομικά στοιχεία για τη ραγδαία άνοδο των φορολογικών επιβαρύνσεων σε σχέση με τη μεταβολή των ταξιδιωτικών εισπράξεων.
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η ΠΟΞ: «το έτος 2025 το Ελληνικό Δημόσιο εισέπραξε από τα τουριστικά καταλύματα σχεδόν τετραπλάσιο ποσό σε σχέση με το 2023 (+298%) και σχεδόν πενταπλάσιο σε σχέση με το 2018. Την ίδια διετία 2023–2025 οι ταξιδιωτικές εισπράξεις της χώρας αυξήθηκαν κατά 14,7%… Η επιβάρυνση δηλαδή αυξήθηκε είκοσι φορές ταχύτερα από τα έσοδα του τουρισμού».
Επιπλέον, τονίζεται το μεγάλο χάσμα που καταγράφεται στην κάλυψη των βαρών σε σχέση με τη βραχυχρόνια μίσθωση, καθώς και η απώλεια ανταγωνιστικότητας απέναντι σε γειτονικές αγορές. Επικαλούμενοι πρόσφατη έρευνα του ΙΝΣΕΤΕ, οι εκπρόσωποι του κλάδου σημειώνουν:
«Σε συγκρίσιμο ξενοδοχείο 4 αστέρων με τιμή δωματίου 150 €, οι φόροι και το μη μισθολογικό κόστος φτάνουν στην Ελλάδα τα 44,7 € (29,8% της τιμής), έναντι 24,1€ (16,1%) στην Κύπρο […] Για κάθε 100 € κέρδους, το ελληνικό ξενοδοχείο καταβάλλει περίπου 176 € σε φόρους και εισφορές, όταν στην Κύπρο καταβάλλει περίπου 58 €».
Από την πλευρά του, ο ΣΕΤΕ συμπληρώνει ότι:
«Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ για τη φορολογική ανταγωνιστικότητα των ελληνικών ξενοδοχείων, η Ελλάδα κατατάσσεται μόλις στην 5η θέση μεταξύ 7 ανταγωνιστικών μεσογειακών χωρών, λόγω των υψηλών φορολογικών επιβαρύνσεων και του μη μισθολογικού κόστους… Άλλωστε, το τέλος παρεπιδημούντων επιβάλλεται επί του κύκλου εργασιών των επιχειρήσεων, ανεξαρτήτως κερδοφορίας, επιτείνοντας τη σωρευτική επιβάρυνσή τους».
Καταλήγοντας, η ΠΟΞ διατυπώνει τρία σαφή αιτήματα:
Ανάκληση της αύξησης: Να μην προχωρήσει η αύξηση του τέλους στο 1%, καθώς η στήριξη των δήμων «δεν μπορεί να χρηματοδοτείται διαρκώς από έναν μόνο κλάδο».
Αποκατάσταση της ανταποδοτικότητας: Τα έσοδα να διατίθενται αποκλειστικά σε έργα υποδομής και υπηρεσίες που σχετίζονται με την τουριστική κίνηση. Σε διαφορετική περίπτωση, να αντικατασταθεί από μια γενικευμένη επιβάρυνση για το σύνολο των επιχειρήσεων κάθε δήμου επί των καθαρών κερδών.
Ισότιμη εφαρμογή στη βραχυχρόνια μίσθωση: Να διασφαλιστεί η πραγματική είσπραξη του τέλους από τις πλατφόρμες τύπου Airbnb με βάση τον πραγματικό τους τζίρο, πριν συζητηθεί οποιαδήποτε νέα επιβάρυνση στα κύρια τουριστικά καταλύματα.
