Τα οφέλη και τα γκρίζα σημεία για τους Έλληνες εξαγωγείς και τους καταναλωτές. Eπειτα από διαπραγματεύσεις 26 ετών, η Ευρωπαϊκή Ένωση έβαλε την τελική υπογραφή στη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου αγαθών και υπηρεσιών με τη Mercosur, την εμπορική ένωση της Νότιας Αμερικής, στην οποία συμμετέχουν η Αργεντινή, η Βραζιλία, η Παραγουάη και η Ουρουγουάη. Μέσω της συμφωνίας -η τελική επικύρωση της οποίας θα εξαρτηθεί από την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου- η Ε.Ε. προχωρά στη μεγαλύτερη μείωση δασμών ύψους 4 δισ. ευρώ στις εξαγωγές της προς την αγορά του Νότου, διαμορφώνοντας μία από τις μεγαλύτερες ζώνες ελεύθερων συναλλαγών παγκοσμίως, που θα συνδέσει πάνω από 700 εκατομμύρια καταναλωτές.
Της ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑΣ ΧΕΛΙΔΩΝΗ – ΠΗΓΗ: Realnews
Για τις ελληνικές επιχειρήσεις, η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, σε μια συγκυρία κατά την οποία οι εξαγωγές λειτουργούν ως βασικός μοχλός ανάπτυξης. Στελέχη της αγοράς δηλώνουν στη Realnews ότι η σταδιακή άρση δασμών και εμπορικών εμποδίων δημιουργεί νέες δυνατότητες πρόσβασης σε αγορές με μεγάλη πληθυσμιακή βάση και αυξανόμενη ζήτηση κυρίως για τρόφιμα, ποτά και προϊόντα αγροδιατροφής. Ταυτόχρονα, το νέο πλαίσιο επαναπροσδιορίζει τους όρους του ανταγωνισμού, καθώς οι διαφορετικές παραγωγικές κλίμακες, το κόστος πρώτων υλών και οι απαιτήσεις σε επίπεδο ελέγχων διαμορφώνουν ένα πιο απαιτητικό περιβάλλον για επιχειρήσεις και παραγωγούς.
Πλεονεκτήματα για την Ελλάδα
Για την Ελλάδα, η συμφωνία με τη Mercosur ανοίγει την πρόσβαση σε μια αγορά 270 εκατομμυρίων καταναλωτών, σε ένα διμερές ισοζύγιο που παραμένει έντονα αρνητικό. Οι ελληνικές εξαγωγές προς τις χώρες της Mercosur κινούνται περίπου στα 100 εκατ. ευρώ ετησίως, εκ των οποίων τα 34 εκατ. ευρώ αφορούν τρόφιμα και ποτά, ενώ οι εισαγωγές υπερβαίνουν τα 600 εκατ. ευρώ. Το μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών εισαγωγών αφορά προϊόντα που η χώρα είτε δεν παράγει καθόλου είτε δεν παράγει σε επάρκεια, όπως ο καφές, οι ζωοτροφές και το βόειο κρέας (η Ελλάδα καλύπτει μόνο το 25% των αναγκών της σε βόειο κρέας). Από την άλλη πλευρά, οι ελληνικές εξαγωγές παραμένουν περιορισμένες σε σχέση με το μέγεθος της αγοράς.
Η προοπτική άρσης ή σημαντικής μείωσης των δασμών αναμένεται να μεταβάλει σταδιακά αυτή την εικόνα, ιδίως για προϊόντα στα οποία η Ελλάδα διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα και εξαγωγική εμπειρία, όπως το ελαιόλαδο, οι ελιές, η φέτα, τα φρούτα και τα μεταποιημένα αγροτικά προϊόντα. Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι ακόμη και μικρή αύξηση των ελληνικών εξαγωγών σε αυτές τις αγορές μπορεί να έχει δυσανάλογα θετικό αντίκτυπο στο ισοζύγιο, δεδομένης της χαμηλής αφετηρίας.
«Το ζητούμενο για τις ελληνικές επιχειρήσεις και τους εξαγωγικούς φορείς θα είναι η αξιοποίηση του νέου πλαισίου με οργανωμένη στρατηγική, στοχευμένη παρουσία και έμφαση στην προστιθέμενη αξία των ελληνικών προϊόντων», επισημαίνουν οι ίδιες πηγές.
Πέρα από τις επιχειρήσεις, η συμφωνία με τις χώρες της Mercosur αναμένεται να έχει σταδιακά επίδραση και στην πλευρά των καταναλωτών. Η μείωση των δασμών σε βασικά εισαγόμενα προϊόντα, όπως ο καφές, η σόγια και ορισμένα είδη κρέατος, δημιουργεί προϋποθέσεις για χαμηλότερο κόστος σε κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού, με έμμεσο αντίκτυπο στις τελικές τιμές. Ειδικά σε προϊόντα τα οποία η ελληνική αγορά καλύπτει ήδη σε μεγάλο βαθμό μέσω εισαγωγών, το άνοιγμα του εμπορίου αναμένεται να ενισχύσει τον ανταγωνισμό και να διευρύνει τις επιλογές για τον καταναλωτή. Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι το όφελος για τους καταναλωτές δεν θα προκύψει άμεσα ούτε ομοιόμορφα, καθώς η εφαρμογή της συμφωνίας θα είναι σταδιακή και θα συνοδεύεται από ποσοστώσεις και ρήτρες διασφάλισης. Ωστόσο, σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η ευκολότερη πρόσβαση σε πρώτες ύλες και εισαγόμενα προϊόντα μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά τόσο για τη μεταποίηση όσο και για την αγοραστική δύναμη, υπό την προϋπόθεση ότι θα διατηρηθούν οι έλεγχοι ποιότητας και ασφάλειας που προβλέπει το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Επισημαίνεται ότι η Κομισιόν έχει ενσωματώσει μηχανισμό διασφάλισης που επιτρέπει την αναστολή της προτιμησιακής πρόσβασης της Mercosur στην ευρωπαϊκή αγορά, εφόσον καταγραφεί απότομη αύξηση εισαγωγών ή πτώση τιμών άνω του 5% σε μία ή περισσότερες χώρες της Ε.Ε.
Οι εκτιμήσεις
Όσον αφορά τον τομέα των εξαγωγών, η συμφωνία εκλαμβάνεται ως ένα εμπορικό πλαίσιο που μπορεί να ενισχύσει ουσιαστικά την εξωστρέφεια της ελληνικής παραγωγής. Όπως δηλώνει στην «R» ο πρόεδρος του Συνδέσμου Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδος, Συμεών Διαμαντίδης, η άρση των εμποδίων στο εμπόριο δημιουργεί τις συνθήκες ώστε προϊόντα που έχουν ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική οικονομία να αποκτήσουν ισχυρότερη παρουσία στις αγορές της Mercosur. «Μπορούμε να εξαγάγουμε προϊόντα που είναι σημαντικά για εμάς και να αυξήσουμε αισθητά τις εξαγωγές μας. Η κατεύθυνση είναι ξεκάθαρη», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι το νέο πλαίσιο αλλάζει τις προοπτικές για πολλές ελληνικές επιχειρήσεις.
Την ίδια στιγμή, ο πρόεδρος του ΣΕΒΕ επισημαίνει ότι το άνοιγμα των αγορών συνοδεύεται και από προκλήσεις που απαιτούν προσεκτική διαχείριση. «Υπάρχουν προϊόντα που θα εισέρχονται σε πολύ χαμηλές τιμές λόγω των μεγάλων παραγωγικών κλιμάκων στις χώρες αυτές. Αν δεν υπάρξουν επαρκείς έλεγχοι, μπορεί να δημιουργηθούν στρεβλώσεις στην αγορά», αναφέρει, δίνοντας έμφαση στην ανάγκη αυστηρής εποπτείας και ιχνηλασιμότητας.
Όπως εξηγεί, οι έλεγχοι στις εισαγωγές πραγματοποιούνται σε μεγάλο βαθμό δειγματοληπτικά, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο προβλημάτων που εντοπίζονται εκ των υστέρων. Ειδικό βάρος δίνεται και στο ζήτημα του ρυζιού, έναν κλάδο με έντονη γεωγραφική συγκέντρωση στην Ελλάδα. Όπως αναφέρει ο Σ. Διαμαντίδης, περίπου το 70% της εγχώριας παραγωγής ρυζιού προέρχεται από τις γύρω περιοχές της Θεσσαλονίκης, με την παραγωγή αποφλοιωμένου ρυζιού να φτάνει τους 160.000 τόνους ετησίως, όταν η εσωτερική κατανάλωση κινείται κοντά στους 60.000 τόνους. «Αν προστεθούν στην αγορά σημαντικές ποσότητες εισαγόμενου ρυζιού σε χαμηλές τιμές, χωρίς επαρκείς δικλίδες προστασίας, οι πιέσεις στους Ελληνες παραγωγούς μπορεί να είναι ασφυκτικές», προειδοποιεί, επισημαίνοντας την ανάγκη ενεργοποίησης των μηχανισμών διασφάλισης που προβλέπει η συμφωνία. Παράλληλα, εκτιμά ότι η πλήρης εικόνα των επιπτώσεων της συμφωνίας θα φανεί σε βάθος χρόνου. «Από το 2027 και μετά θα αρχίσουμε να βλέπουμε τα πρώτα αποτελέσματα», σημειώνει, προσθέτοντας ότι η επιτυχία για τις ελληνικές επιχειρήσεις θα εξαρτηθεί από το πόσο έγκαιρα και οργανωμένα θα κινηθούν. Ο πρόεδρος του ΣΕΒΕ συνδέει τη συμφωνία και με το ευρύτερο ευρωπαϊκό περιβάλλον, επισημαίνοντας ότι η ενίσχυση της ευρωπαϊκής οικονομίας έχει άμεση σημασία και για την Ελλάδα, καθώς η πλειονότητα των ελληνικών εξαγωγών -περίπου το 60%- κατευθύνεται στις αγορές της Ε.Ε.
Ποιότητα και προέλευση
Στον κλάδο της αγροδιατροφής -και ειδικά των γαλακτοκομικών– η συμφωνία Ε.Ε. – Mercosur αντιμετωπίζεται κυρίως ως ευκαιρία μακροπρόθεσμης θωράκισης των ελληνικών προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας. Οπως επισημαίνει στην «R» ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Γαλακτοκομικών Προϊόντων, Χρήστος Αποστολόπουλος, το κρίσιμο ζητούμενο για τη φέτα είναι η τοποθέτησή της ως premium προϊόντος. «Η φέτα πρέπει να πωλείται σε λίγες αγορές, ακριβά και επιλεκτικά. Αυτό είναι το μοντέλο που εξυπηρετεί την ελληνική παραγωγή», τονίζει.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η συμφωνία προβλέπει την πλήρη κατοχύρωση της ονομασίας «φέτα» για την ελληνική παραγωγή έπειτα από μεταβατική περίοδο. Στο μεσοδιάστημα, εφαρμόζεται το λεγόμενο grandfathering, δηλαδή η δυνατότητα υφιστάμενων παραγωγών στις χώρες της Mercosur να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν την ονομασία «φέτα» για περιορισμένο χρονικό διάστημα. «Η μεταβατική περίοδος των επτά ετών είναι μεγάλη, ωστόσο πρόκειται για μια διεθνή πρακτική που εφαρμόστηκε και σε άλλες συμφωνίες», συμπληρώνει ο Χρ. Αποστολόπουλος. Οπως υπενθυμίζει, σε προηγούμενες εμπορικές συμφωνίες, όπως με τον Καναδά και τη Νότια Αφρική, το καθεστώς grandfathering είχε ακόμη πιο χαλαρούς όρους, χωρίς αυτό να ανακόψει τη στρατηγική της ελληνικής φέτας στις διεθνείς αγορές. «Το ουσιαστικό είναι ότι, μετά τη μεταβατική περίοδο, η φέτα κατοχυρώνεται πλήρως. Αυτό είναι ένα ισχυρό εργαλείο για τον κλάδο και τη χώρα. Το ζητούμενο είναι να πάρουμε το επιλεκτικό κομμάτι της αγοράς, εκεί όπου η ποιότητα, η πιστοποίηση και το brand κάνουν τη διαφορά», καταλήγει.
Εμπορικές σχέσεις
Οι δασμοί, οι ποσοστώσεις και οι ρήτρες
Με την Ε.Ε. να αποτελεί, σύμφωνα με την Κομισιόν, τον δεύτερο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Mercosur στο εμπόριο αγαθών -το οποίο την περίοδο 2014-2024 αυξήθηκε πάνω από 36%- η συμφωνία μειώνει σημαντικά τους υψηλούς δασμούς που επιβάλλουν οι χώρες της Νότιας Αμερικής στις εισαγωγές τους. Σε πρακτικό επίπεδο, οι χώρες της Mercosur θα καταργήσουν σταδιακά, εντός 15ετίας, τους εισαγωγικούς δασμούς στο 91% των προϊόντων της Ε.Ε., ενώ η Ευρώπη θα καταργήσει τους δασμούς στο 92% των εισαγωγών από τη Mercosur.
Χαρακτηριστικά, έως σήμερα επιβάλλονται δασμοί 35% στα ανταλλακτικά αυτοκινήτων, 28% στα γαλακτοκομικά προϊόντα, 55% στα κονσερβοποιημένα ροδάκινα και 27% στα κρασιά, αποτελώντας σημαντικό εμπόδιο στην καθιέρωση των ευρωπαϊκών προϊόντων στη Νότια Αμερική. Είναι ενδεικτικό πως η αξία των εμπορικών συναλλαγών της Ε.Ε. με τη Mercosur το 2024 υπερέβη τα 111 δισ. ευρώ, με τα 55,2 δισ. ευρώ να αφορούν εξαγωγές και τα 56 δισ. ευρώ εισαγωγές από τις χώρες του συνασπισμού.
«Για την Ε.Ε., αυτοί που θα επωφεληθούν περισσότερο από την κατάργηση δασμών είναι οι εξαγωγείς αυτοκινήτων και ανταλλακτικών αυτοκινήτων, βιομηχανικού εξοπλισμού, χημικών προϊόντων και φαρμακευτικών ειδών», σημειώνουν έμπειρα στελέχη της εγχώριας αγοράς. Για τις χώρες της Mercosur, τα βασικά οφέλη είναι η αυξημένη πρόσβαση στις αγορές της Ευρώπης για τα εξαγόμενα γεωργικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων του βόειου κρέατος, των πουλερικών, της ζάχαρης, του ρυζιού και του μελιού.
Παράλληλα, η συμφωνία ενσωματώνει ποσοστώσεις, ρήτρες διασφάλισης και μεταβατικές περιόδους για ευαίσθητα προϊόντα, καθώς και πρόνοιες για την προστασία των ΠΟΠ και την εναρμόνιση κανόνων ασφάλειας τροφίμων και ποιότητας εισαγωγών.
